μοτο

Γράφω γιατί έτσι μόνο μπορώ να υπάρχω. Έτσι μόνο να αναζητώ τη διαίσθηση μου για τον κόσμο και για την ύπαρξη.
Να συνειδητοποιώ την κάθε στιγμή που ζώ για να βρω το ουσιώδες που κρύβει, να το μεταποιήσω σε ποίηση, σε ομορφιά.
Την ομορφιά αναζητώ γράφοντας, το χαμένο ιερό της ψυχής.
Κι όταν ακόμα μιλώ για τον φόβο ή τη σκληρότητα, την ομορφιά αναζητάει η ψυχή μέσα στη δικαιοσύνη και την υπέρβαση.

Να γι’ αυτό έγραψα όσα έγραψα, για να πλουτίσω την ψυχή μου.

Να δω λίγο πιο πέρα αυτό που δεν φαίνεται.

Την άλλη αλήθεια.


Η Μάνα

Γέρμα του ήλιου. Περπατώ στον κάμπο του Κότζινου, μια μαγευτική περιοχή της Λήμνου. Στο βάθος οι ασημένιες ακρογιαλιές του κόλπου Μπουρνιά που τυλίγουν ερημικά το ενετικό κάστρο, ερειπωμένο πια, με τα δοξαστικά θαλασσοπούλια, μάρτυρες μιας δόξας χαμένης.

Εδώ η θρυλική Μαρούλα, η όμορφη ηρωίδα του μεσαίωνα που την τραγούδησαν ποιητές, εδώ η Terra Siggilata, η Ιερή Γη, εδώ, λίγο πιο κάτω, η ερειπωμένη Ηφαιστία, με τη δόξα σπασμένα μάρμαρα πάνω στη φρυγμένη γη.

Περπατώ μέσα στα χωράφια, η ώρα γλυκιά, ο κάμπος γαλήνιος, το τοπίο ως πέρα παλλόμενο μέσα στις μνήμες του, ο ουρανός αχάραγη κυανότητα πάνω από την ίδια αιώνες τώρα γη. Κάτι θέλω να μάθω, κάτι να ρωτήσω. Βλέπω μια γυναίκα λίγο πιο κάτω. Προχωρώ. Φορά ένα μαύρο μπαμπακερό φόρεμα και το κεφάλι δεμένο σφιχτά με μαύθρο χοντρό τσεμπέρι, χέρια τραχιά του μόχθου, πρόσωπο σκαμμένο.

Καλημέρα της λέω. Καλό να 'χεις, μου απαντά.

Στο χωράφι ντοματιές, φασολιές, κολοκυθιές. Είναι η εποχή τους.
Η γυναίκα κρατά ένα πελώριο πανέρι και το γεμίζει. Κοιτάζω τα μάτια της. Τα δάκρυα κυλούν ήσυχα. Από πολλές ώρες πριν. Από μέρες ίσως. Τα μάτια της είναι κόκκινα ματωμένα, μα ήρεμα.

Ήθελα να ρωτήσω, της λέω...

Η ματιά της με σταματά. Δεν μιλώ. Κοιτάζω μόνο. Μη μ' αρωτάς, λέει, κι η ματιά της βρίσκει το βλέμμα μου.

"Μη μ' αρωτάς, δεν ξέρω πλιο απ' τον απάνω κόσμο".

Αναριγώ. Κι η φωνή της είναι ήσυχη. Μια φωνή βαθιά, χωρίς κανένα κυματισμό, σαν να έχει υπερβεί τούτο τον τραχύ πόνο που καίει το είναι της.

Εξακολουθώ να μη μιλώ. Αισθάνομαι πως ό,τι και να πω, θα είναι παραφωνία, λόγος συμβατικός. Την κοιτάζω μόνο. Κοιτάζω τα χέρια του μόχθου και το σκαμμένο πρόσωπο, και σκέφτομαι πως εκείνη την ώρα αντιπροσωπεύει συλλογικά ολόκληρο τον πόνο του λαού, έτσι ανώνυμα, έτσι συμβολικά, η μάνα λέω, μάνα, και δεν γελιέμαι. Η μάνα σύμβολο, η μάνα θρήνος και ποίηση.

"Διάβηκεν ο λεβέντης μου κι ο κόσμος ενυχτώθη", μου λέει πάλι με τη βαθιά ακύμαντη φωνή. Κι ο λόγος της είναι σαν στίχος δημοτικού τραγουδιού.

Αναρριγώ ως το κόκαλο. Πού; Πώς; ψιθυρίζω μόνο.

Η γυναίκα αφήνει κάτω το πανέρι με τις ντομάτες και τα κολοκυθάκια. Ανοίγει τις παλάμες, όπως σε δέηση. Και με κοιτάζει βαθιά στα μάτια. Ύστερα, στο ρυθμό πάντα του δημοτικού τραγουδιού, αρχίζει να μου λέει:

"Τριανταενός ήταν χρονώ κι έφεγγε σαν τον ήλιο
έλαμπε σαν αυγερινός κι εμένα που με βλέπεις
είμαι η έρμη η μάνα του"

Σταματά για μια στιγμή και με κοιτάζει πάλι. Δεν είναι μόνο ο ρυθμός του δημοτικού τραγουδιού, σκέφτομαι. Είναι και τα λόγια. Οι λέξεις, οι εικόνες οι ίδιες εκείνες που τροφοδότησαν τη μεγάλη ποίηση του λαού.
Τα δάκρυα κυλούν πάνω στο τραχύ πρόσωπο, μα κανένας λυγμός, κανένα αναφιλητό. Κι η φωνή χαμηλή, αρίγωτη, φωνή αρχαίας τραγωδίας.

"Τριάντα ενός χρονώ βλαστός, ψηλός σαν κυπαρίσι
διάβηκε και σκοτείνιασαν ο ήλιος και τ' αστέρια
σαν τον αϊτό που τον χτυπά βαρύ τ' αστροπελέκι"

Απλώνω το χέρι μου να πάρω το δικό της. Νιώθω την ανάγκη να το κάνω. Στην αφή μια τραχύτητα. Και το χέρι σαν νεκρό. Πού κυλούσε το αίμα; Από πού πήγαζε αυτή η φλέβα του πόνου. Η δόνηση. Το παραλήρημα.

Το χέρι της πέφτει από την παλάμη μου. Προσέχω τα δάχτυλα. παίρνουν και πάλι το σχήμα της δέησης. Δέεται. Με κοιτάζει μ' ευγνωμοσύνη. Μ' ευχαριστεί θαρρείς με τη ματιά της. Και συνεχίζει, στο ρυθμό πάντα του δημοτικού τραγουδιού, λες κι αυτό την ανακουφίζει, ενώνεται με την τελετουργία του συλλογικού πόνου.

"Σαράντα μάνες έκλαψαν, σαράντα αδερφάδες
μα τώρα μόνη μάνα εγώ, θρηνώ τον που εχάθη"

Σκέφτομαι πόσο προσφιής έκφραση είναι ο αριθμός "σαράντα" στην ποίηση αυτή, κι ένα ρίγος με διαπερνά. Έτσι κάπως γεννήθηκε το δημοτικό τραγούδι, συλλογίζομαι. Κυλά μέσα στο χρόνο, βρίσκει την πηγή του, τις πηγές από όπου ανάβλυσε αυτή η εξαίσια ποίηση. Κι ετούτη η μάνα που στέκεται μπροστά μου, με το αμύρο μπαμπακερό ρούχο και το σκληραμένο πρόσωπο. κουβαλά σίγουρα ολόκληρη τη συλλογική δύναμη μιας ποίησης ριζωμένης αιώνες μέσα στο αίμα της μνήμης και μέσα στο θρήνο του λαού μας. Μέσα στην ανάγκη υπέρβασης του θρήνου.

Προσπαθώ να βρω κάποια λόγια να πω. Λόγια παραμυθίας. Μα εκείνη τα αποτρέπει με μια δύναμη που με ξαφνιάζει.

"Για μένα ο κόσμος τέλεψε, θωρώ τον και διαβαίνω", λέει.

Θωρώ τον και διαβαίνω! Τι έκφραση!
Σκέφτομαι πως αυτή κλείνει στο βάθος όλη τη φιλοσοφία του ανθρώπινου πλάσματος πάνω στη γη. Πόσο βιώνει τις αλήθειες του; Πόσο μπορεί; Θωρεί μόνο. Θωρεί και διαβαίνει. ένας θεατής του κόσμου. Ένας ρομαντικός περιηγητής του κοσμικού τοπίου.

Το πρόσωπο της γυναίκας φωτίζεται τώρα από 'να εσωτερικό φως. Τι είναι αυτό που το κάνει σχεδόν να χαμογελά; Κι η φωνή της τρυφερή, θαρρείς, μοιάζει με νανούρισμα:

"Μόνο ταχιά να ετοιμαστώ, ταχιά με περιμένει
Ψηλός σαν το ψηλό βουνό, κι όμορφος σαν τον ήλιο
Πού είσαι, γιόκα μου, ρωτώ, φωνάζω να μ'ακούσει"

Το χαμόγελο σβήνει στο πρόσωπο. Κι η φωνή σπάζει. Κάπου καταλαβαίνει πως προχώρησε πολύ μέσα στο Αδύνατο. Στο Υπέρλογο. Μα αυτό δεν ήθελε; Αυτό δεν ζητά μετα - ποιώντας το θρήνο σε τραγούδι; Να φτάσει εκεί: στο Υπέρλογο και στο Αδύνατο.
Με κοιτάζει σαν ένοχη. Μπορεί και να μην ήθελε να το ξέρω εγώ.

"έτσι παραμιλάς όλη μέρα;" τη ρωτώ. Έτσι, μου απαντά. Δουλεύεις και μιλάς; ναι.
περιμένει ν' αδειάσει ο κάμπος, να φύγει και ο τελευτα΄πιος άνθρωπος, και τότε μιλά δυνατά, φωνάζει, ν' ακούσει, από την άλλη όχθη, το παλικάρι της.

καθώς απομακρύνομαι, τη βλέπω να σκύβει, να σκουπίζει τα δάκρυα με την τραχιά παλάμη, να συνεχίζει το μοναχικό μοιρολόι, και την ίδια στιγμή να σκαλίζει το χώμα ή να μαζεύει τις ντομάτες.

Σίγουρα, έτσι γεννήθηκε η δημοτική μας ποίηση.

Ποίηση!

Πώς έβρισκε τις ποιητικές εικόνες μέσα στο σπαραγμό της, τις εκφράσεις τις λυρικές, το ρυθμό, το αλάθητο μέτρο! Πώς τα έβρισκε όλα τούτα; Ανάβλυζαν από τα βάθη του είναι της, σαν να πιδάκιζαν από βαθιά μυστικά στρώματα της ποίησης του λαού, της ψυχής του λαού, πιδάκιζαν από σκοτεινές φλέβες της συλλογικής έννοιας του πόνου, ενός πόνου καταυγασμένου από το υπερβατικό φως μιας μεταφυσικής ελπίδας.

Τούτο το αισχύλειο πρόσωπο, το χαρακωμένο από το μόχθο και την οδύνη, στέκεται ακόμα εκεί, έτσι ανώνυμο, σαν να γεννήθηκε από τη μούσα της τραγικής μας ποίησης, ή, ίσως, από μια μούσα άλλη, που είναι η ίδια η πηγή και η ρίζα μας στους αιώνες.

Γιατί είναι τα ίδια τα στοιχεία της χώρας μας, που ανακυκλίζουν αιώνες τη ζωή, μεταμορφώνουν το θρήνο σε μια τελετουργική λυτρωτική ποίηση, σε μιαν υπαρξιακή ανάγκη κάθαρσης.

"Μόνο ταχιά να ετοιμαστώ, ταχιά με περιμένει!"

Μήπως, ολόκληρο το χριστιανικό όραμα εκεί δεν στηρίζεται; Στην 'επαύριο" της ζωής μας. Κι εκείνη έφτασε στην αλήθεια τούτη μέσα από τη δική της διαλεκτική του μοναχικού σπαραγμού.

Κοιτάζω το παλλόμενο τοπίο, τον κάμπο ως πέρα, με το χρυσό στάχυ ν' αναρριγεί, να κυματίζει στο απαλό αγέρι, και σκέφτομαι πόσο μαγικές είναι οι πηγές αυτής της συλλογικής ποίησης, πόσο ζωντανά λειτουργούν μέσα στις μυστικές φλέβες του τόπου μας, και κρατούν ζωντανή και όρθια την ψυχή του λαού - την ψυχή μας.

Από τις Ραδιοφωνικές εκπομπές "Περπατώ και Ονειρεύομαι", που μεταδόθηκαν από το Πρώτο Πρόγραμμα της ΕΤ-1, 1987, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Εστία, 1988