μοτο

Γράφω γιατί έτσι μόνο μπορώ να υπάρχω. Έτσι μόνο να αναζητώ τη διαίσθηση μου για τον κόσμο και για την ύπαρξη.
Να συνειδητοποιώ την κάθε στιγμή που ζώ για να βρω το ουσιώδες που κρύβει, να το μεταποιήσω σε ποίηση, σε ομορφιά.
Την ομορφιά αναζητώ γράφοντας, το χαμένο ιερό της ψυχής.
Κι όταν ακόμα μιλώ για τον φόβο ή τη σκληρότητα, την ομορφιά αναζητάει η ψυχή μέσα στη δικαιοσύνη και την υπέρβαση.

Να γι’ αυτό έγραψα όσα έγραψα, για να πλουτίσω την ψυχή μου.

Να δω λίγο πιο πέρα αυτό που δεν φαίνεται.

Την άλλη αλήθεια.


Μια σχέση γοητείας με τη φθορά

Σε όλα μου τα έργα, μυθιστορήματα, θεατρικά, προπαντός στην ποίησή μου, κυριαρχεί ο χρόνος, σε μια σχέση αγωνίας με τη φθορά, μια σχέση υπαρξιακή, υποστασιακή, μια ανάγκη αναγωγής του εφήμερου σε μιαν απατηλή αιωνιότητα της μιας έστω μοναχικής στιγμής. Ωστόσο, όταν αναρωτιέμαι ποια είναι η δική μου σχέση με το χρόνο, δεν ξέρω να πω ακριβώς.

Είναι σαν να έχεις περπατήσει σε σαγηνευτικά μισοσκόταδα και ξαφνικά κοιτάζεις γυμνό το πρόσωπό σου στον καθρέφτη, με τις ρυτίδες να κατεβαίνουν ως χαμηλά, να το ζώνουν αξιοθρήνητο, κι εσύ να προσπαθείς να συμφιλιωθείς με αυτές, για να μπορέσεις να αποδεχτείς την αξιοπρέπεια της αλήθειας.

Σίγουρα, χρειάζεται τόλμη και αρετή για να μπορέσεις να δημιουργήσεις μια σχέση αξιοπρέπειας με τις ρυτίδες, πάει να πει με το χρόνο, μια σχέση γοητείας με τη φθορά.

Μπορεί όλα αυτά να τα προσπάθησα μόνον στα μυθιστορήματά μου, από ανάγκη να υπερβώ τον δικό μου φόβο, τη δική μου υπαρξιακή αγωνία, τη δική μου μοναξιά - πάντα πίστευα πως η πρώτη σχέση μας με το χρόνο είναι μια βαθιά μοναξιά. Και τώρα που ο χρόνος στενεύει, τώρα που δεν είμαι νέα πια, λέω, δεν θα προφτάσω να πω αυτό που έχω να πω, αυτό που δεν το βρήκα ακόμα, λέω, ο χρόνος θα με κουκουλώσει και δεν θα προφτάσω να γράψω τον ένα λόγο, τον αληθινό, τον γυμνό, τον περιούσιο, αυτόν που θα περιέχει όλους τους άλλους, έναν λόγο που να είναι η ψυχή μου. Αυτή η αγωνία με κατέχει πια, όχι οι ρυτίδες, όχι η φθορά. Η σιωπή μόνο, αυτή η Μετά.

Και είναι άλλες φορές, που λέω, ποτέ δεν ήμουν πιο νέα, λέω, ποτέ πιο εικοσιπέντε, όταν γράφω φυσικά, ποτέ με πιο καθαρή σκέψη. Στα εικοσιπέντε μου ένιωθα κιόλας πως είχα γεράσει, ενώ στην εφηβεία μου, έτσι τραυματική και έρημη που ήταν στις δύσκολες δεκαετίες της Λήμνου, ζούσα μέσα στην απουσία, μιαν απουσία όπου ο χρόνος βιώνεται πιο οδυνηρά - αυτό το έμαθα πολύ μετά. Πόσο υποκειμενική είναι η έννοια του χρόνου το μαθαίνεις στο μάκρος της ζωής σου, μόνος.

Υπάρχει ένας στίχος του Ελύτη, που εμένα μου έδινε πάντα μια σχέση δική μου με το χρόνο, αλλά και με βοηθούσε να βρω μέσα μου μια νεότητα σαν αυτή του Πλωτίνου, που πάει αντίστροφα με τις ρυτίδες, μέσα από τη διαφάνεια του γηρασμένου σώματος.

"Το φως δουλεύοντας τη σάρκα", λέει ο Ελύτης. Και μ' αρέσει να μένω σε αυτή τη νεότητα της διαφάνειας, που απελευθερώνει τις μέσα οράσεις της ψυχής.

Αυτή τη νεότητα προσπαθώ τώρα να δώσω στο νέο μου μυθιστορήμα "Ο Άγγελος της Στάχτης".

Δημοσιεύτηκε στο Πρωτοχρονιάτικο αφιέρωμα της εφημερίδας 'Εθνος της Κυριακής, 1998