μοτο

Γράφω γιατί έτσι μόνο μπορώ να υπάρχω. Έτσι μόνο να αναζητώ τη διαίσθηση μου για τον κόσμο και για την ύπαρξη.
Να συνειδητοποιώ την κάθε στιγμή που ζώ για να βρω το ουσιώδες που κρύβει, να το μεταποιήσω σε ποίηση, σε ομορφιά.
Την ομορφιά αναζητώ γράφοντας, το χαμένο ιερό της ψυχής.
Κι όταν ακόμα μιλώ για τον φόβο ή τη σκληρότητα, την ομορφιά αναζητάει η ψυχή μέσα στη δικαιοσύνη και την υπέρβαση.

Να γι’ αυτό έγραψα όσα έγραψα, για να πλουτίσω την ψυχή μου.

Να δω λίγο πιο πέρα αυτό που δεν φαίνεται.

Την άλλη αλήθεια.


Μας τέλειωσαν τα θαύματα

Όσοι πρόφτασαν, πήραν. Από το σακί με τα θαύματα, λέω. Όσοι πικραμένοι, έξυπνοι, γρήγοροι. Και δεν μιλώ για τα παιδιά που αγωνίστηκαν. Σ’ αυτούς, νικητές ή ηττημένους, αξίζει μόνο ο σεβασμός. Μιλώ για όλους τους άλλους. Αυτούς που τέσσερα χρόνια παίρνουν. Μεσάζοντες, μεταποιητές ιδεών, υλοποιητές ιδεών. Τέσσερα χρόνια υλοποιούν τις πιο τρελές ιδέες. Τα πιο απίθανα και άκρως δαπανηρά προγράμματα, που τα περισσότερα έπεσαν στο κενό. Πενήντα δισ. δραχμές σου λέει στοίχισε η Πολιτιστική Ολυμπιάδα στη χώρα μας, όταν στο Σίδνεϊ είχε στοιχίσει μόνο τρία δισ.

Εφ. Καθημερινή, 28 Νοεμβ. 2004

Και βέβαια, ποιος δεν λέει χαλάλι για τις δαπάνες της έναρξης, ποιος δεν λέει χαλάλι για τα έργα υποδομής, που έτσι κι αλλιώς μένουν. Όμως ως τα πενήντα δισ. ή εκατόν σαράντα πέντε εκατομ. ευρώ, ο σάκος είχε πολλά θαύματα. Και τέλειωσαν απότομα.

Για μένα τέλειωσαν τη μέρα που είδα στις ειδήσεις έναν άνθρωπο, συνταξιούχο μικρής σύνταξης, του ΟΓΑ ίσως. Τον ρώτησε ο δημοσιογράφος αν του φτάνουν τα χρήματά του να περάσει τις γιορτές, και εκείνος απάντησε: «Αυτόν το μήνα μας έδωσαν τη σύνταξη με ένα ευρώ λιγότερο…» Το είπε για να διαμαρτυρηθεί ο άνθρωπος. Γι’ αυτόν, δεν υπάρχει κανένα θαύμα. Δεν υπήρξε ποτέ. Το ένα ευρώ, που του στέρησαν, ήταν για εκείνον ενάμισι ψωμί.

Όταν έγραψα ένα κείμενο για το πνεύμα των Ολυμπιακών Αγώνων, τότε, στην αρχή, που όλοι είχαμε την αγωνία να αναδειχθεί το πνευματικό πρόσωπο της χώρας μας και ο πολιτισμός μας, εγώ οχυρώθηκα πίσω από τα λόγια του Ισοκράτη για να πω τις διαφορετικές μου απόψεις. Θυμίζω αυτά που είπε ο Ισοκράτης, γιατί πιστεύω πως είναι πολύ σημαντικά: «Με ποια λογική, είπε, θεώρησαν άξια για μεγάλες δωρεές την εξαιρετική σωματική επίδοση και σ’ εκείνους που ιδιαίτερα μόχθησαν για τα κοινά και καλλιέργησαν με τέτοιο τρόπο την ψυχή τους ώστε να μπορούν να ωφελούν τους άλλους καμιά τιμή δεν απονέμουν, ενώ το φυσικότερο θα ήταν πρώτα αυτούς μάλλον να σκεφτούν, γιατί οι αθλητές, ακόμη και αν διπλασίαζαν την σωματική τους δύναμη, τίποτα περισσότερο δεν θα πρόσφεραν στους άλλους, ενώ από το φρόνημα ενός και μόνον ανδρός όλοι μπορούν να έχουν όφελος…» (μετ. Μαρία Κυρτζάκη)

Τα λόγια του Ισοκράτη τα πίστευα και τότε που ο ολυμπιακός ενθουσιασμός επισκίαζε κάθε διαφορετική άποψη ή υποψία. Τα πιστεύω και τώρα, πολύ περισσότερο, που οι διαψεύσεις άδειασαν το σακί με τα θαύματα. Και αναρωτιέμαι πόσα πνευματικά ιδρύματα δεν θα χρηματοδοτηθούν φέτος (για να ισοζυγιστεί η δαπάνη των πενήντα δισ.) πόσα επιστημονικά, πόσα λογοτεχνικά.

Λέει κάπου ο Όσκαρ Ουάιλδ: «Αυτός είναι γενναιόδωρος σαν φτωχός». Μήπως, τελικά, θέλαμε αυτό να αποδείξουμε;

Όπως και να ΄ναι, ο καθένας, πιστεύω, εισέπραξε μια προσωπική συγκίνηση, μικρή ή μεγάλη, από κάποια πτυχή των Ολυμπιακών Αγώνων. Εισέπραξε ένα δικό του νόημα. Από τον μοναχικό λαμπαδηδρόμο που έτρεξε όλους τους δρόμους του πλανήτη, να θυμίσει στους ανθρώπους πως υπάρχει και η ειρήνη στον κόσμο, η συμφιλίωση των λαών, έως την τελετουργία της έναρξης ή τις στιγμές των μεταλλίων μας.

Προσωπικά, τη δική μου συγκίνηση, από όλο το φάσμα των τελετουργιών και των αγωνισμάτων, από όλη την μεγαλοπρέπεια, την έζησα περισσότερο ένα ταπεινό απόγευμα. Πήγα στους Παραολυμπιακούς. Και ένα παλικάρι τυφλό αγωνιζόταν στο τριπλούν. Έκανε την προσπάθειά του εξαιρετικά. Ήταν γυμνασμένο παιδί. Και θα κέρδιζε, αν στο τρίτο άλμα δεν έβγαινε από τον συγκεκριμένο χώρο, εκεί που υπήρχε η άμμος, με αποτέλεσμα να αστοχήσει. Ήμουν πολύ κοντά, εκεί, και είδα πόσο δυστυχισμένος ένιωσε. Σήκωσε τα τυφλά μάτια του προς το κοινό σαν να ζητούσε συγγνώμη. Και τότε, κάποια νέα παιδιά, πολλά νέα παιδιά, που ήταν εκεί κοντά, σηκώθηκαν όρθια και άρχισαν να χειροκροτούν και να φωνάζουν: «Δεν πειράζει… δεν πειράζει…» Δεν ξέρω αν κατάλαβε το λόγο, αν ήταν Έλληνας ή ξένος δεν θυμούμαι, όμως κατάλαβε πως ήταν ένας λόγος αγάπης, και το σκυθρωπό πρόσωπό του έλαμψε. Και έστειλε ένα αληθινό χαμόγελο στα νέα παιδιά που τον επευφημούσαν για την προσπάθειά του.

Ψάχνω στο σάκο με τα θαύματα, στον πάτο, και βρίσκω ένα ξεχασμένο. Αυτό δεν το πήραν οι βάρβαροι. Είναι ο μοναχικός λαμπαδηδρόμος, ο μαύρος, ο κίτρινος, ο λευκός, που κρατά ακόμα τη φλόγα στο χέρι και τρέχει στις λεωφόρους του πλανήτη να θυμίσει πως υπάρχει και η ειρήνη στον κόσμο. Υπάρχει η συμφιλίωση των λαών.

Θα άξιζαν, ίσως, τα πενήντα δισ. για να μείνει ζωντανή μόνη αυτή η εικόνα στη μνήμη των ανθρώπων.

Το Ολυμπιακό Έτος τελειώνει απόψε.

Ο λαμπαδηδρόμος της ειρήνης ας μην τελειώσει ποτέ.

Δημοσιεύτηκε στο πρωτοχρονιάτικο αφιέρωμα της εφημ. Έθνος της Κυριακής, 8.1.2005 (για το τέλος των Ολυμπιακών Αγώνων)