μοτο

Γράφω γιατί έτσι μόνο μπορώ να υπάρχω. Έτσι μόνο να αναζητώ τη διαίσθηση μου για τον κόσμο και για την ύπαρξη.
Να συνειδητοποιώ την κάθε στιγμή που ζώ για να βρω το ουσιώδες που κρύβει, να το μεταποιήσω σε ποίηση, σε ομορφιά.
Την ομορφιά αναζητώ γράφοντας, το χαμένο ιερό της ψυχής.
Κι όταν ακόμα μιλώ για τον φόβο ή τη σκληρότητα, την ομορφιά αναζητάει η ψυχή μέσα στη δικαιοσύνη και την υπέρβαση.

Να γι’ αυτό έγραψα όσα έγραψα, για να πλουτίσω την ψυχή μου.

Να δω λίγο πιο πέρα αυτό που δεν φαίνεται.

Την άλλη αλήθεια.


Ο άνθρωπος με τα ματωμένα μάτια

Πώς καμιά φορά κλείνεις τα μάτια σου και μέσα τους έχει μείνει μια εικόνα, εικόνα ζωντανή και σαν ανεξίτηλη, να σου θυμίζει ξανά και ξανά κάποια τραυματικά περιστατικά, έτσι έμεινε στη μνήμη μου η εικόνα εκείνου του ψηλού ανθρώπου με τα άσπρα μαλλιά και τα ματωμένα μάτια που στάθηκε μπρος στο καμένο σπίτι του και είπε: «Μια ζωή το έχτιζα και τώρα το έκαψαν μαζί με τη γυναίκα μου… Δεν έχω πού να πάω…»

Όταν το καλοκαίρι, κοίταζα στην τηλεόραση τα σπίτια που καίγονταν, τον τόπο που αφανιζόταν, τους ανθρώπους που σπάραζαν, σκεφτόμουν ένα παράξενο όνειρο που έβλεπα κάποια χρόνια, ύστερα από μιαν απώλεια. Ένα όνειρο παραλλαγμένο κάθε φορά κι ωστόσο το ίδιο, πως χάθηκα, χάθηκα σ’ έναν τόπο άγνωστο, ανάμεσα σε ανθρώπους άγνωστους, και ψάχνω με αγωνία να βρω το σπίτι μου, σαν να είναι αυτό που με συνδέει με την πραγματικότητα της ζωής μου, το σπίτι, το σπίτι μου, εκείνο το παλιό της Λήμνου με τα φαντάσματα των νεκρών του και με τις αναμνήσεις να κρέμονται σαν δάκρυα από τους φθαρμένους τοίχους του, εκείνο με την πέτρα που μιλάει, το δικό μου σπίτι, όμως δεν υπάρχει πουθενά, δεν μπορώ να αναγνωρίσω ούτε ένα σημείο, σημείο αναφοράς, που να με συνδέει με το χρόνο της ζωής μου. Κι ύστερα, μέσα από το βάθος της αγωνίας, να το βλέπω να έρχεται προς εμένα με κάτι πελώρια πέτρινα βήματα να με συναντήσει, κι εγώ να τρέχω προς το μέρος του, σε βρίσκω, σε βρίσκω ξανά, και να γέρνω πάνω του σαν σε κόρφο ανθρώπινο. Άλλοτε πάλι να έρχεται φλεγόμενο, ένα σπίτι φλεγόμενο που περπατά με τα ίδια πέτρινα βήματα να με φτάσει, κι εγώ να ψάχνω για νερό. Νερό, νερό. Μα όλες οι βρύσες του κλειστές.

Θραύσματα περίεργα από το ίδιο όνειρο κάθε φορά, από τον ίδιο κορμό του ονείρου. Και πάντα με άξονα αγωνίας το σπίτι μου.

Όταν λοιπόν το καλοκαίρι έβλεπα τις φωτιές, κολλημένη στην τηλεόραση, σκεφτόμουν το περίεργο όνειρο. Και ήξερα, το ήξερα πια πως το σπίτι είναι ένα σύμβολο της ψυχής, αρχέγονο σύμβολο. Μέσα και έξω από το όνειρο, το σπίτι είναι η καταφυγή, στην ερημία της ύπαρξης. Έβλεπα τα καμένα σπίτια και έλεγα τώρα θα περπατήσουν με τις καμένες σάρκες τους, τώρα, τώρα, έλεγα, θα απλώσουν τα καμένα χέρια τους να τσακίσουν τους βέβηλους – όποιους βέβηλους. Και αν καίγονται οι συνειδήσεις, έλεγα ακόμα, όλων μας οι συνειδήσεις κάηκαν με τις φωτιές εκείνες. Τόση η λύπη, αυτή η λύπη που γίνεται ενοχή.

Πάντα πίστευα πως μόνον αυτό που μαθαίνεις από τη δική σου εμπειρία είναι το αληθινό. Ήταν η εποχή που ζητούσα να βρω κάποιες άλλες αλήθειες, αυτές που μόνον βυθιζόμενος μέσα σου μπορείς να βρεις. Γιατί ο κόσμος της εξωτερικής όρασης είναι άβατος. Και γιατί οι αλήθειες αυτές κείνται πέρα από το ορατό, εκεί που «δρα το Ασύλληπτο», όπως είπε ο Ελύτης. Έτσι έμαθα πως η ψυχή εκφράζεται με σύμβολα, όπως και η Κτίση. Είναι ένα πεδίο ελεύθερο, αδέσμευτο από τους κοσμικούς νόμους, όπου φυτρώνουν τα όνειρα ή, κατά την έκφραση και πάλι του Ελύτη, όπου «λαβαίνουν εξουσία τα όνειρα».

Πολύ μετά, όταν άρχισα να διαβάζω τους Ίωνες οραματιστές, έβρισκα κάποιες διαφορετικές προσεγγίσεις. Όταν διάβασα τη φράση του Εμπεδοκλή «έκλαυσα και κώκυσα ιδών ασυνήθεα τόπον», άρχισα να διαισθάνομαι κάποιες αλήθειες άλλες. Να πιστεύω πως αυτό που βλέπουμε είναι ελάχιστο μπρος σε αυτό που υπάρχει, σε αυτό που μας εξουσιάζει. Γιατί σίγουρα είμαστε όλοι σκόρπιες μικρές «Οξώπετρες» από τις οποίες το ελάχιστο μόνο φαίνεται, ο μεγάλος σκοτεινός όγκος τους είναι βυθισμένος σε βαθιά άπατα νερά.

Κι ύστερα, το περίεργο εκείνο όνειρο, το παραλλαγμένο κάθε φορά, με έκανε να πιστέψω πως ο τόπος είναι ζωντανός. Και τότε έγραψα το μυθιστόρημα «Η Έκτη Σφραγίδα», που στηρίζεται περισσότερο σε κάποια πραγματικά όνειρα, αλλά και στο εδάφιο της Αποκάλυψης: «και ο ήλιος μέλας εγένετο ως σάκκος τρίχινος, και η σελήνη όλη εγένετο ως αίμα…»

Το στήριξα επίσης και στην αποστολική φράση πως, όταν ένας μικρός τόπος καταστρέφεται, τότε: «πάσα η Κτίσις συστενάζει και συνωδίνει».

Η ηρωίδα μου Αδριανή, μια γυναίκα που την πρόδωσαν όλοι όσοι αγάπησε, είχε έναν περίεργο δεσμό με τον τόπο – έναν συγκεκριμένο τόπο. Όμως δεν μπόρεσε να τον σώσει από την καταστροφή. Και τότε ο τόπος αμύνθηκε μόνος. Ορθώθηκε απειλητικός και εκδικήθηκε. Ο μικρός ασήμαντος τόπος. Σήκωσε τις κρυμμένες δυνάμεις του τις αρχέγονες και αντέκρουσε το καταστροφικό έργο του ανθρώπου.

Κι όταν αυτό το καλοκαίρι της στάχτης, από τη Λήμνο όπου βρισκόμουν, κοίταζα τη βιβλική καταστροφή, έλεγα, τώρα θα σηκωθεί ο τόπος όρθιος και θα αμυνθεί. Θα σηκωθεί ο τόπος όρθιος και θα εκδικηθεί, όπως στο μυθιστόρημα, τώρα, τώρα, έλεγα. Και φυσικά δεν έγινε. Ή, δεν έγινε με τον άμεσο τρόπο που το περίμενα. Γιατί ο τόπος εκδικείται έτσι κι αλλιώς. Η Κτίση ολόκληρη, αφού μαζί «συστενάζει και συνωδίνει».

Έλεγα ακόμα, έτσι με τη δύναμη που έχει το υπερφυσικό, αυτό που ολοένα και περισσότερο εισβάλλει στη ζωή μας από αιφνίδιους δρόμους και την ανατρέπει, έτσι να σηκωθούν όλα τα σπίτια των ανθρώπων τα καμένα αξιοθρήνητα, να σηκωθούν όρθια, όπως στο όνειρο, με τις στάχτες και τις καμένες σάρκες τους και να σταθούν όλα μαζί μέσα στον ύπνο μας, μήπως και ξυπνήσουν τη συνείδηση του καιρού μας.

Κι ας ξέρω πως αυτά όλα είναι ποιητικές αναφορές, ενώ τα καμένα των ανθρώπων σπίτια είναι η πιο εφιαλτική πραγματικότητα. Ο καμένος τόπος. Σαν να ξεχείλισε πάνω του ο Άδης. Ένας τόπος να θυμίζει την Ουϊννυ του Μπέκετ, όταν φώναξε: «Α, γη παλιά, πυροσβησμένη!» Ένα όραμα κοσμογονικό, μια γη πυροσβησμένη, σαν το πρώτο τοπίο του κόσμου.

Εκείνος ο ψηλός άνθρωπος με τα άσπρα μαλλιά και τα ματωμένα μάτια που στάθηκε μπρος στις στάχτες του σπιτιού του και είπε: «δεν έχω πια πού να πάω…» δεν χωρά σε κανένα έργο της φαντασίας, σε καμιά μορφή τέχνης.

Εκείνος ο άνθρωπος με τα ματωμένα μάτια είναι δυο σπιθαμές πιο ψηλός από τη συνείδησή μας.

Σε λίγες μέρες θα ξημερώσει ένας καινούριος χρόνος. Και τι να ευχηθεί κανείς μέσα στο τοπίο της στάχτης. Ή, πώς να μιλήσεις για χαρά και ευδοκία, όταν οι άνθρωποι εκείνοι μαζεύουν ακόμα τα κομμάτια της συμφοράς που τους βρήκε.

«Με τα συντρίμμια αυτά στύλωσα τα ερείπιά μου», λέει ένα στίχος του Έλιοτ. Και ίσως ταιριάζει στον τόπο μας που πενθεί.

Είθε ο Νέος Χρόνος που θα ξημερώσει να γιατρέψει τις πληγές. Γιατί ο τόπος μας γέμισε πληγές.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Εταιρείας Θεατρικών Συγγραφέων, το 2008