μοτο

Γράφω γιατί έτσι μόνο μπορώ να υπάρχω. Έτσι μόνο να αναζητώ τη διαίσθηση μου για τον κόσμο και για την ύπαρξη.
Να συνειδητοποιώ την κάθε στιγμή που ζώ για να βρω το ουσιώδες που κρύβει, να το μεταποιήσω σε ποίηση, σε ομορφιά.
Την ομορφιά αναζητώ γράφοντας, το χαμένο ιερό της ψυχής.
Κι όταν ακόμα μιλώ για τον φόβο ή τη σκληρότητα, την ομορφιά αναζητάει η ψυχή μέσα στη δικαιοσύνη και την υπέρβαση.

Να γι’ αυτό έγραψα όσα έγραψα, για να πλουτίσω την ψυχή μου.

Να δω λίγο πιο πέρα αυτό που δεν φαίνεται.

Την άλλη αλήθεια.


«Το βλέμμα του συγγραφέα - Πώς να γράφεις (ή πώς να μη γράφεις) θεατρικά έργα», της Ζωής Σαμαρά, εκδόσεις University Studio Press, 2009, Θεσσαλονίκη

Από τις εκδόσεις University Studio Press της Θεσσαλίκης κυκλοφόρησε το βιβλίο «Το βλέμμα του συγγραφέα - Πώς να γράφεις (ή πώς να μη γράφεις) θεατρικά έργα» της καθηγήτριας θεωρίας της λογοτεχνίας και του θεάτρου του Αριστοτέλειου πανεπιστημίου Ζωής Σαμαρά. Πρόκειται για ένα άκρως ενδιαφέρον βιβλίο, κομψό και εύχρηστο, ένα εμπνευσμένο κείμενο που μαρτυρεί την ώριμη ώρα της συγγραφέως αλλά και τη μεγάλη παιδεία της, τη σοφία που απεκόμισε στο μάκρος της διαδρομής της. Είναι τόσο ποιητικό και διορατικό, τόσο λυρικό και συνάμα ανατρεπτικό, που, καθώς το διάβαζα, μου θύμισε το αριστούργημα του Ρίλκε «Γράμμα σ’ έναν άγνωστο ποιητή». Μ’ έναν παρόμοιο λόγο γεμάτον σοφία και γνώση η Ζωή Σαμαρά καθοδηγεί τον νέο να μυηθεί στα μυστικά της θεατρικής τέχνης, να γνωρίσει την ομορφιά του θεατρικού λόγου, να την αποδομήσει, να βρει τα επί μέρους «υλικά» που συνθέτουν ένα θεατρικό έργο, για να μπορέσει να αναμετρηθεί μαζί τους και να δει καθαρά το ταλέντο του ή τις ικανότητές του. Διευκρινίζει ότι ο δραματουργός είναι περισσότερο τεχνίτης παρά λογοτέχνης και ότι «η συγγραφή δεν διδάσκεται». Η ίδια σημειώνει: «Το βιβλίο αυτό γράφεται με αφορμή το μεταπτυχιακό μάθημά μου “Θεατρική γραφή: θεωρία και πράξη”, το οποίο δεν είναι κατ’ ουδένα τρόπο οδηγός για τη συγγραφή θεατρικού έργου, αλλά σε πρώτο στάδιο προβληματισμός πάνω στη γραφή γενικά, πάνω στη γραφή ενός κλασικού θεατρικού έργου στη συνέχεια, και τέλος, σαν φυσικό επακόλουθο, άσκηση για γραφή». Και συνεχίζει: «Οι φοιτητές μαθαίνουν τους κανόνες για να ξέρουν τι ακριβώς θα μπορούν να υπονομεύσουν».

Η Ζωή Σαμαρά είναι γνωστή τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό από τις σημαντικές μελέτες της σχετικά με τη θεωρία του θεάτρου και της λογοτεχνίας. Παράλληλα όμως είναι και μια καταξιωμένη δοκιμιογράφος και ποιήτρια.

Στο παρόν βιβλίο «Το βλέμμα του συγγραφέα», με τη βαθιά γνώση της θεατρικής παιδείας που την διακρίνει, αποβλέπει περισσότερο στην ανατροπή της ιδέας να γίνει κανείς θεατρικός συγγραφέας και όχι στην εύκολη αποδοχή. Με μια διαλεκτική επιχειρημάτων που ξεκινούν από την αρχαία τραγωδία, περνούν από το κλασικό θέατρο, από τον Μπέκετ μετά, τον Πίντερ, τον Ιονέσκο, τον Πιραντέλο, τον Μπρεχτ, τον Ανούιγ, τον Μύλλερ, τον Ζενέ, τον Ίψεν, τον Καζαντζάκη, τον Καμπανέλη, και άπειρους άλλους, και με παράλληλη σταχυολόγηση των απόψεων μεγάλων θεατρολόγων και θεατρικών συγγραφέων, δημιουργεί επαγωγικά μια απαστράπτουσα όσο και ελκυστική δυνατότητα συγγραφής θεατρικού έργου, για να την αμφισβητήσει ευθύς μετά, να τη θέσει έναντι της ύπαρξης ενός προσωπικού ταλέντου και μιας άκρως προσωπικής ποιητικής θεατρικότητας, μόνης ικανής να γεννήσει τον θεατρικό λόγο.

Παρόλα αυτά, το ποιητικό αλλά και γνωσιακό όφελος που αποκομίζει κανείς από το μικρό αυτό σε όγκο βιβλίο είναι τεράστιο. Και για κείνον που θα διαπιστώσει ότι έχει ταλέντο και μπορεί να καταδυθεί στη μαγεία της θεατρικής γραφής, αλλά και για κείνον που μπορεί να διαπιστώσει ότι δεν έχει ταλέντο θεατρικού συγγραφέα, έχει όμως κατακτήσει, διαβάζοντάς το, τη μαγεία της θεατρικότητας που περιρρέει την καθημερινή μας ζωή – όσο αρνητικά και αν είναι τα επί μέρους «στοιχεία» που την απαρτίζουν.

«Γράφω θεατρικό έργο με ζωντανούς χαρακτήρες σημαίνει: επιτρέπω στα πρόσωπα να με ψυχαναλύουν εκείνα, να με βλέπουν εκείνα, να με αναγνωρίζουν εκείνα. Είμαι θεατρικός συγγραφέας γιατί τα πρόσωπα μου επιτρέπουν να κινούμαι πάνω στη σκηνή της δικής τους φαντασίας», γράφει η Ζωή Σαμαρά. Και σε ένα άλλο σημείο, όταν μιλά για τη σχέση σκηνής και πραγματικότητας, λέει: «Μόνο αν δούμε πώς συνεργάζεται η ανθρώπινη μοίρα με το τοπίο, θα συλλάβουμε το μεγαλείο του έργου, θα αποκτήσουμε, έστω και για λίγο, βλέμμα συγγραφέα».

Η ίδια, στο τέλος του βιβλίου, παραθέτει δυο εξαιρετικά ενδιαφέρουσες προτάσεις θεατρικού έργου, που θα μπορούσαν να γίνουν, η καθεμιά ξεχωριστά, μια θαυμάσια πρωτοποριακή παράσταση. Η πρώτη ονομάζεται: «Μια ανθοδέσμη για τον Μολιέρο – κωμωδία σε τρεις πρόβες». Και η δεύτερη: «Εφόσον το όχημα κινείται – Ανίερο δρώμενο σε τρεις εικόνες».

Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα, που τιτλοφορείται «Επίλογος»: Γυναίκα 1, τελετουργικά: «Είδα. Είδα τα τηλέφωνα να μεταμορφώνονται σε τεράστια κενά, σε μαύρες τρύπες… να καταβροχθίζουν τους ναθρώπους. Απεγνωσμένα χέρια με κινητά να βγαίνουν από τα παρασκήνια και να ζητούν (λυγμός) μπαταρίες. Πάνω στη σκηνή, είδα ανθρώπους-σκιές, εξοργισμένους, να συνομιλούν με τη θεότητα – με τον … εαυτό τους».

Εν μέσω των άπειρων «κρίσεων» που μαστίζουν την καθημερινότητά μας, ένα βιβλίο μαγικό ή, πιο σωστά, ένα βιβλίο που μιλά για τη «μαγεία» αυτής της καθημερινότητας που μπορεί ακόμα να εκφρασθεί θεατρικά.