μοτο

Γράφω γιατί έτσι μόνο μπορώ να υπάρχω. Έτσι μόνο να αναζητώ τη διαίσθηση μου για τον κόσμο και για την ύπαρξη.
Να συνειδητοποιώ την κάθε στιγμή που ζώ για να βρω το ουσιώδες που κρύβει, να το μεταποιήσω σε ποίηση, σε ομορφιά.
Την ομορφιά αναζητώ γράφοντας, το χαμένο ιερό της ψυχής.
Κι όταν ακόμα μιλώ για τον φόβο ή τη σκληρότητα, την ομορφιά αναζητάει η ψυχή μέσα στη δικαιοσύνη και την υπέρβαση.

Να γι’ αυτό έγραψα όσα έγραψα, για να πλουτίσω την ψυχή μου.

Να δω λίγο πιο πέρα αυτό που δεν φαίνεται.

Την άλλη αλήθεια.


Τα βουνά ανήκουν στο Χρόνο και στην Ιστορία - στους μύθους που κουβαλούν

Τα βουνά ανήκουν στο Χρόνο. Στους αιώνες που κουβαλούν πάνω στην πέτρινη ράχη τους. Ανήκουν στην ιστορία που έγραψε η διαδρομή τους μέσα στις χιλιετίες. Κι ακόμα, ανήκουν στους μύθους και στους θρύλους που γεννήθηκαν από την επιβλητική ύπαρξή τους και που τροφοδότησαν τη φαντασία του ανθρώπου από τα αρχέγονα χρόνια.

Αγαπητέ Ηλία. Ξέρω πως θα δημοσιεύσεις αυτή την επιστολή, γιατί το πιστεύεις κι εσύ πως: Τα βουνά ανήκουν στο Χρόνο και στην Ιστορία – στους μύθους που κουβαλούν.
Και θα κατάλαβες πως μιλώ για τον Πέτασο.

Όλο το χειμώνα έγραφα ένα βιβλίο για την αρχαία Μύρινα και για την Υψιπύλη, για την Αργώ και για τον Πέτασο, για τους τριάντα τρεις αιώνες που μου φαίνονταν «ως η ημέρα η εχθές». Από πέρυσι το καλοκαίρι που άρχισα να γράφω το βιβλίο, στα μάτια μου και στη σκέψη μου αναδυόταν ο Πέτασος, έτσι με την ήρεμη καμπούρα του να ταξιδεύει σε άλλες διάρκειες. Σε μνήμες άγνωστες, μνήμες από ζωή καταργημένη που η συλλογική βίωση της ανθρώπινης διαδρομής μας ποτέ δεν θα προσεγγίσει.

Και μόλις ήρθα στη Λήμνο, έμαθα πως ο Πέτασος οικοπεδοποιείται! Όμως, πώς είναι δυνατόν! Αυτό το μυθικό βουνό, με τη μεγαλοπρέπεια της πανάρχαιας ιστορίας του, που αιώνες και αιώνες, από την αυγή του κόσμου, υπήρχε στη μοναξιά του χρόνου και στα σεληνόφωτα των θρύλων του, τώρα θα το δούμε με αλουμινένιες πέργκολες και θλιβερά πλαστικά. Εμείς που μεγαλώσαμε στον ίσκιο του η, πιο σωστά, στον ίσκιο της επιβλητικής του παρουσίας.

Αυτό το μυθικό βουνό. Που οι χιλιάδες τα χρόνια που πέρασαν πάνω του άφησαν τις πατημασιές τους στις νύχτες του έρημου σεληνόφωτου. Τώρα θα το δούμε αξιοθρήνητα παραδομένο στο τσιμέντο.

Αγαπητέ Ηλία. Το ξέρω πως ο λόγος μου δεν έχει καμιά δύναμη. Ο λόγος ο ποιητικός είναι λόγος άσχετος με εξουσίες. Γι’ αυτό και τον θέτω μόνον ως ευχή και ως παράκληση για όσους κατέχουν την εξουσία.

Ως ευχή και ως παράκληση. Μόνον. Το χέρι που θα πρέπει να υπογράψει την οικοπεδοποίηση του Πέτασου ας μην το κάνει αβασάνιστα. Είναι σαν να ξεπουλάς το αιώνιο, να το περιχαρακώνεις μέσα στη χρονικότητα του εφήμερου. Θνητοί εμείς και εφήμεροι, διαβατικοί «παρεπιδημούντες», ας δείξουμε σεβασμό στο σύμβολο αυτό της αιώνιας ομορφιάς, στις μνήμες τις αρχέγονες που κουβαλάει πάνω στην γραφική του καμπούρα.

Στο βιβλίο που έγραφα όλο το χειμώνα μιλούσα για τις ψυχές των βουνών. Αυτές που ενώνονται με τις βαθιές παλίρροιες του χρόνου και έχουν μια δύναμη μυστηριακή και ανεξήγητη.

Και λέω. Αυτή η δύναμη θα τους αποτρέψει από την υπογραφή της ταπείνωσής του.
Γιατί είναι ταπείνωση η οικοπεδοποίησή του.

Γι’ αυτό και εκείνοι που κατέχουν την εξουσία, ας σκεφτούν τις χιλιάδες τα χρόνια του περήφανου βουνού και τη δική μας ασήμαντη εφημερότητα.

Πριν υπογράψουν, ας το σκεφτούν.

Και ας μην ξεχνάμε, πως ήδη οικοπεδοποιήθηκε ο γραφικός του βραχίονας.

Όμως ας σταματήσει εκεί.

Ηλία, σε ευχαριστώ.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Λήμνος, στις 19 Αυγούστου, 2009