μοτο

Γράφω γιατί έτσι μόνο μπορώ να υπάρχω. Έτσι μόνο να αναζητώ τη διαίσθηση μου για τον κόσμο και για την ύπαρξη.
Να συνειδητοποιώ την κάθε στιγμή που ζώ για να βρω το ουσιώδες που κρύβει, να το μεταποιήσω σε ποίηση, σε ομορφιά.
Την ομορφιά αναζητώ γράφοντας, το χαμένο ιερό της ψυχής.
Κι όταν ακόμα μιλώ για τον φόβο ή τη σκληρότητα, την ομορφιά αναζητάει η ψυχή μέσα στη δικαιοσύνη και την υπέρβαση.

Να γι’ αυτό έγραψα όσα έγραψα, για να πλουτίσω την ψυχή μου.

Να δω λίγο πιο πέρα αυτό που δεν φαίνεται.

Την άλλη αλήθεια.


Τα μονοπάτια του Αγγέλου μου

Να χαράξω την κάθε μοναχική στιγμή που ζούσα, μη χαθεί. Τώρα που οι διαδρομές τελειώνουν και ο χρόνος σβήνει τις πατημασιές μου στην ομίχλη του μυαλού, ένιωσα την ανάγκη να βρω τις μνήμες εκείνες που ήταν δικές μου. Τις στιγμές που ήταν δικές μου. Τις αγωνίες μου για τα βιβλία που έγραψα και ήταν δικά μου. Σήμερα αισθάνομαι πως τίποτα δεν έχω δικό μου πια. Σαν να έκοψα κομματάκια την ψυχή μου και να τη σκόρπισα στον άνεμο. Οι χιλιάδες σελίδες που έγραψα. Και αγαπήθηκαν. Τούτο το βιβλίο είναι ένα δώρο για τους αναγνώστες μου. Για εκείνους που αγάπησαν τα βιβλία μου. Είναι το ιερό που φύλαξα στην ψυχή μου. Η διαίσθησή μου για τον κόσμο και για την ύπαρξη. Στα Μονοπάτια του Αγγέλου μου περπατώ ξανά. Αυτά τα ασφοδελά μονοπάτια που ο πόνος της μύησης, ο άσωτος πόνος της αγάπης, τα έκανε φίλντισι και ορφικό τραγούδι.





Τα Μονοπάτια του Αγγέλου μου
Τα φιλντισένια μονοπάτια της ζωής μου”





Γράφει η Λίτσα Ψαραύτη

Ανοίγω το βιβλίο ανυπόμονη να περπατήσω μαζί της «στα φιλντισένια μονοπάτια της» εκεί που τις νύχτες ακούς το τραγούδι του Ορφέα. Ότι είναι μεγάλη συγγραφέας με τεράστιο έργο το γνωρίζουν οι κριτικοί και οι θεωρητικοί της λογοτεχνίας, αλλά κυρίως το γνωρίζουν οι αναγνώστες της. Ας θυμηθούμε μερικά από τα βιβλία της, αξεπέραστα στο χρόνο. Η Μαρούλα της ΛήμνουΗ ΔοξανιώΠήραν την Πόληπήραν την..., Το ξύλινο τείχοςΝικηφόρος ΦωκάςΥψιπύλη, η βασίλισσα του αίματος και πολλά πολλά άλλα. Εξαιρετικό είναι επίσης και το ποιητικό της έργο. Έχει βραβευτεί με Κρατικό Βραβείο και με βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών.
Με λόγο ποιητικό και διεισδυτικό, όπως είναι γραμμένα όλα τα βιβλία της, και με την αμεσότητα της αλήθειας και της διαίσθησης, της βαθιάς ενόρασης που χαρακτηρίζει τη γραφή της, καταγράφει και σχολιάζει όχι μόνο περιστατικά που αφορούν στην προσωπική της ζωή, αλλά και στο κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, παράλληλα με τις προσωπικές της υπαρξιακές και μεταφυσικές αγωνίες και αναζητήσεις.
Έχω αγαπήσει τα βιβλία της και θέλω να μάθω, σαν απλή αναγνώστρια, πώς γράφτηκαν, ποια γεγονότα της ζωής της, ποιες στιγμές την οδήγησαν να τα γράψει. Διαπιστώνω ότι οι σελίδες της έχουν μια ταπεινότητα και δίνουν το πρόσωπο της συγγραφέως καθαρό, αληθινό, γνήσιο, σαν τα βιβλία της και σαν τις αξίες που αγωνίστηκε να κατακτήσει.
Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό των τετρακοσίων σελίδων, έχει κανείς την αίσθηση πως διαβάζει ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα, για το νέο κορίτσι που έφυγε από την ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Λήμνο, με το άπιαστο όνειρο της αγάπης της για την ποίηση. Και πώς κατάφερε να τα πραγματοποιήσει το όνειρο αυτό με αγώνα σκληρό και θέληση και αντίξοες περιστάσεις, «όσο μπόρεσα», όπως λέει.
Όσο για τα «φιλντισένια μονοπάτια της» είναι μια αντίφαση, όπως λέει η ίδια σε μια συνέντευξή της στο περιοδικό «Ανθρώπων έργα». Γράφει εκεί: «Δεν υπάρχει καμιά διαδρομή ζωής με φιλντισένια μονοπάτια. Για τον κάθε ανθρώπινο βίο, οι δρόμοι σχεδόν πάντα είναι σπαρμένοι με αγκάθια και παγίδες. Όμως στο βιβλίο αυτό υπάρχει μια αντίφαση, μια αναφορά στο μυθιστόρημά μου Ο Άγγελος της Στάχτης. Εκείνος βγήκε από την ερημιά της νύχτας, που ήταν τα χίλια χρόνια της περιπλάνησής του, ώσπου να βρει τη Μνήμη και τη Γνώση του εαυτού του. Και τότε, το πονεμένο σώμα του έγινε σεντεφένιο και το μαύρο ρούχο του άσπιλο λινό. Τα μάτια του που ήταν από άβατο σκοτάδι έγιναν φίλντισι και φως. Σε εκείνο το “φίλντισι” αναφέρομαι. Σε εκείνον τον Άγγελο! Και σε εκείνα τα ασφοδελά μονοπάτια περπάτησα, του Αγγέλου της Στάχτης, σε εκείνα τα “ευρώεντα κέλευθα” της ορφικής δίψας, γιατί εκεί με έβγαλαν οι περιστάσεις της ζωής μου».

Με λόγο ποιητικό και διεισδυτικό, όπως είναι γραμμένα όλα τα βιβλία της, και με την αμεσότητα της αλήθειας και της διαίσθησης, της βαθιάς ενόρασης που χαρακτηρίζει τη γραφή της, καταγράφει και σχολιάζει όχι μόνο περιστατικά που αφορούν στην προσωπική της ζωή, αλλά και στο κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, παράλληλα με τις προσωπικές της υπαρξιακές και μεταφυσικές αγωνίες και αναζητήσεις. Κι ύστερα, κάνει και τούτη την εκ βαθέων εξομολόγηση: «Σήμερα λέω πρέπει να την αγαπήσω την απόφαση που πήρα να βγάλω αυτό το βιβλίο. Να πιστέψω πως έτσι έπρεπε. Για μένα πρώτα. Για να μάθω πως η καθαρή δικαίωση του συγγραφέα είναι η αγάπη του αναγνώστη. Αυτό που έδωσες στην ψυχή του. Και πως όπου μας βρίσκει το άδικο, μας κάνει δυνατούς. Διαμορφώνει το πρόσωπό μας. Να μάθω ακόμα πως από όλα αυτά τα βιβλία που έγραψα, από όλη την ποίηση που έζησα, από τις χιλιάδες σελίδες που δεν ξέρω πια τι να τις κάνω, σήμερα τίποτα δεν είναι δικό μου. Τίποτα δικό μας τελικά. Τα χέρια μας μένουν άδεια. Ίσως για να μείνουμε ταπεινοί και γυμνοί, όπως ήρθαμε στον κόσμο. Και ίσως η απόφασή μου να βγάλω αυτό το βιβλίο είναι για να πιστέψω και η ίδια πως τα έζησα όλα αυτά, πως υπήρξαν. Πως τίποτα δεν μπορεί να ακυρώσει το γεγονός ότι υπήρξαν. Και πως όλα αυτά ήμουν εγώ. Έπρεπε λοιπόν να γίνουν βιβλία όλα αυτά, λέω ξανά. Για να καταλάβω πόσο ελλιπής και μάταιη ήμουν κι εγώ η ίδια όταν έγραφα τις χιλιάδες σελίδες, πιστεύοντας έτσι πως κατέκτησα την ομορφιά και τη γνώση. Όμως λέω πάλι, κι αυτή ακόμα η επίγνωση, πως τίποτα δεν μένει δικό μας, είναι μια κατάκτηση, ίσως η πιο σημαντική».
Δεν βρίσκω τίποτα να προσθέσω κρίνοντας ένα τόσο σημαντικό έργο. Οι ομολογίες και διαπιστώσεις της συγγραφέως με συγκινούν. Όπως και κάθε αναγνώστη που παράλληλα θα πλουτίσει από τη γνώση της θησαυρισμένης αυτής εμπειρίας ζωής, η οποία είναι και μια πραγματική κατάθεση ψυχής.

Τα μονοπάτια του αγγέλου μου
diastixo, 26 Αυγούστου, 2016




***************************************


«Τα μονοπάτια του Αγγέλου μου» [τα φιλτισένια μονοπάτια της ζωής μου-], εκδ. Πατάκη, σελ. 392  

Γράφει η Ελένη Χωρεάνθη
      
Ετούτη την ώρα του πρωινού, 5, 30΄, περιμένοντας να ετοιμαστούν τα «πρόσφορα των ψυχών για το ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής», που η ψυχή μου είναι καθαρή, τη νιώθω εδώ δίπλα μου τη Μαρία, την αγγίζω, βάζω το δάκτυλό μου στους τύπους των ήλων της, βλέπω μέσα της ίσαμε τα βάθη της ψυχής της, τη χάνω καθώς εξακοντίζεται στις απέραντες εκτάσεις του μυαλού της και την ξαναβρίσκω μοναχική μέσα σε ηδονική ομίχλη να περιδιαβαίνει «Τα μονοπάτια του Αγγέλου της», να συνομιλεί με τους ανέμους διασχίζοντας τις αχανείς ερήμους της μοναξιάς της στην ποιητική διάστασης του χρόνου, «Τα φιλντισένια μονοπάτια της ζωής της».
Τη βλέπω να πετάει πάνω από τους αμμόλοφους της βασανιστικής μεταφυσικής, της υπαρξιακής της αγωνίας κι άλλοτε να προβαίνει διάφανη μέσα από τις γραμμές του βιβλίου της ζωής της, να συμμαζεύει ψίχουλο – ψίχουλο τα κομμάτια της σάρκας και της ψυχής της που μοίρασε απλόχερα, σαν σπόρους στα πουλιά, στους αναγνώστες της πνευματική τροφή.
Κι αρχίζω να γράφω, να σημειώνω με μολύβι Staedtler νούμερο 2 κάποιες σκέψεις μου πάνω στις πρώτες άδειες σελίδες του νέου βιβλίου της, περπατώντας στα μοναχικά ποιητικά τοπία της μέσα από τις 360 σελίδες της ημερολογιακής αυτοβιογραφίας της.
Έχω την αίσθηση, τη βεβαιότητα μάλλον, ότι συνομιλώ με μια μυθιστορηματική ηρωίδα που έζησε ζωή γεμάτη κατακτήσεις και έχει απλωμένη την συγγραφική της προσφορά σε τόσο μεγάλη έκταση που νομίζει πως θα χάσει την ψυχή της αν δεν συμμαζέψει τα κομμάτια της από τις αυλές του κόσμου που τα ίδια της τα χέρια τη μοίρασαν ψίχουλα σε αγαθά πουλιά κι αρπαχτικά. Από πολύ νωρίς, από τα πρώτα χρόνια της ποιητικής και συγγραφικής εν γένει προσφοράς:
«Μελαγχολία. Δεν έχω τίποτα δικό μου. Αισθάνομαι σαν να τα έδωσα όλα. Κόβω μικρά κομματάκια την ψυχή μου και τη ρίχνω στον άνεμο με κάθε βιβλίο μου που κυκλοφορεί. Όμως η ζωή είναι όμορφη και γι’ αυτό ακόμα. Κι ας μη μένει τίποτα δικό μου. Μόνο αυτά τα μικρά κομματάκια από την ψυχή μου. Κι ένα αίσθημα απουσίας. Οι μέρες μου μέσα σε μια απουσία. Ο ανάπηρος Σήφης με διέλυσε τελικά. Τα χρόνια της εφηβείας μου μόνο μένουν ολόφωτα μέσα μου. Η χαμένη γη μου.
       »Αυτή η βροχή, αυτό το τοπίο που κοιτάζω από το περίπτερο του Φιλοπάππου, αυτή η μελαγχολία, η στιγμή που ζω, είναι το δικό μου ταξίδι μέσα στο όνειρο», γράφει στο ημερολόγιό της, καταφανώς επηρεασμένη από τηνΈρημη χώρα του Έλιοτ. «31 Φεβρουαρίου 1964 Παρασκευή /Σε περίπτερο του Φιλοπάππου /Βρέχει».
Οι εξομολογήσεις της είναι καθαρά βιωματικές, όπως βιωματική είναι και η σχέση της κάθε φορά, σε κάθε βιβλίο της με τους ήρωες. Ταυτίζεται μαζί τους. Μπαίνει στο ρόλο τους, φοράει κατάσαρκα, όχι τη μάσκα του ηθοποιού, το «πετσί» του ήρωα, της ηρωίδας της. Γι’ αυτό αγωνιά και αναλαμβάνει να διαχειριστεί η ίδια την πνευματική της περιουσία, την πνευματική προσφορά τόσων χρόνων, να τη διαφυλάξει από τη φθορά, να την κλείσει στις σελίδες ενός καινούριου βιβλίου, σ’ ένα γυάλινο κλουβί, αν μπορούσε, σε μια γυάλινη περίβλεπτη προθήκη, να τη δει και να την ξαναθυμηθεί στις ποιητικές και στις πραγματικές της διαστάσεις ο πνευματικός κόσμος που με τη γενναιότητα του λόγου της τον προσπέρασε και τον άφησε πίσω της. Και να τη γνωρίσει, να την αναγνωρίσει ο τωρινός πνευματικός κόσμος, πάλι στις πραγματικές της διαστάσεις όπως εικονογραφεί «Τα μονοπάτια του Αγγέλου μου», κι εκεί που ζωγραφεί «Τα φιλντισένια μονοπάτια της ζωής μου», στον ποιητικό της χώρο και χρόνο.
Η ποιήτρια, πρωτίστως, Μαρία Λαμπαδαρίδου – Πόθου, γεννήθηκε πολύ πριν από την εποχή της και ξεπέρασε την εποχή της. Ο πνευματικός κόσμος δεν είχε ακόμα κορεστεί, όπως και ο χώρος του βιβλίου από απανωτές εκδόσεις. Το βιβλίο δεν είχε αξία για τον πολύ κόσμο, δεν ήταν εκμεταλλεύσιμο αγαθό, δεν είχε αποκτήσει εμπορική αξία για να περάσει στην κατανάλωση και να φτάσει στο πλατύ κοινό. Εκδίδονταν βιβλία επιλεκτικά.
Το να εκδώσεις ποιητικό βιβλίο ήταν «έκθεση», ήταν ηρωισμός, ήταν σαν βγαίνεις γυμνός, απροστάτευτος στον δρόμο και να βάλλεσαι πανταχόθεν: Απρίλιος 1960/ Το μυθιστόρημα είναι έτοιμο / Το βλέπω στις βιτρίνες του Ελευθερουδάκη και του βιβλιοπωλείου της Εστίας και η καρδιά μου τρέμει. Αισθάνομαι σαν να ξεπουλώ την ιερή μοναξιά των βράχων μου που έζησα στο νησί. Όταν βγάζεις ένα βιβλίο είναι σαν να εκθέτεις την ψυχή σου, τις σκέψεις σου, τα μύχια του εαυτού σου και πάνω απ’ όλα τις μοναχικές σου ώρες. Σαν να γίνεσαι διάτρητος και ο καθένας μπορεί να δει μέσα σου. Αυτό με βασανίζει τώρα», (σελίδα 45).
    Γι’ αυτό και τώρα ύστερα από 55 τόσα χρόνια, την κυνηγάνε εκείνες οι πρώτες «τύψεις και η χαρά», κυρίως οι φόβοι μην παραπέσει το έργο της, η έκθετη ποιητικά και συγγραφικά ζωή της, η ίδια η ύπαρξή της. Και νιώθει την ανάγκη να προβάλει η ίδια την προσφορά της στα γράμματα, στον πνευματικό κόσμο της χώρας, και να υπερασπιστεί μόνη, η ίδια το έργο της, να την γνωρίσουν εκείνοι που σκόπιμα ή όχι την αγνοούν.
Θα ήταν, προφανώς, άδικο, να ισχυριστεί κανείς πως δεν την ενδιαφέρει τίποτε άλλο εκτός από την προσωπική της προβολή και διαδρομή στο χώρο της Λογοτεχνίας και την υπαρξιακή της περιπέτεια. Δεν είναι όμως μόνο αυτός ο σκοπός της. Μέσα από τις σελίδες του «ημερολογιακού» μυθιστορήματος – θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα υπέροχο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα – περνούν και γεγονότα που σημάδεψαν όχι μόνο τη ζωή της συγγραφέως, αλλά  και τον Ελληνισμό στο σύνολό του: Κατοχή, Εμφύλιος, Χούντα των συνταγματαρχών, Μικρασιατική καταστροφή, η Προσφυγιά, οι ταλαιπωρίες του Έθνους των Ελλήνων, και της δικής της πατρικής οικογένειας, ο καημός του λεβέντη πρόσφυγα πατέρα της:
«…Θέλω να γράψω ένα έργο σκιαγραφώντας τη Χούντα. Θα μπορέσω άραγε;
     »Ο πατέρας σήμερα το πρωί μου έφερε ένα άσπρο τριαντάφυλλο από την αναρριχόμενη τριανταφυλλιά μας, όπως έκανε παλιά, χωρίς, όμως να πει πως ‘εκείνα της χαμένης πατρίδας του ήταν πιο λαμπερά’. Και του το είπα εγώ. Τον είδα που έφυγε βουρκωμένος», (σ.141).
Η επιστροφή της Μαρίας Λαμπαδαρίδου-Πόθου με τον τρόπο αυτό στο παρελθόν, στην αρχή της, άλλωστε κάθε τέλος είναι μια καινούρια αρχή, και η απόφασή της να πάρει τη ζωή της από την αρχή, και τη μοίρα, τη συνέχεια του έργου της στα χέρια της μεταφέροντας είτε αυτούσιες είτε επεξεργασμένες, τις ημερολογιακές σημειώσεις, τα βιωμένα τοπία της παιδικής, της εφηβικής και της ώριμης, της πλέον δημιουργικής ηλικίας της, έχει τη γοητεία της αναπόλησης και της επιστροφής στους χαμένους και στους κερδισμένους παραδείσους της ζωής της.
Η Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου έδωσε πολλά και πήρε πολλά από τη ζωή. Έζησε και πήρε όσα λίγοι. Ξεκίνησε πολύ νωρίς η πορεία της στον χώρο της ποίησης. Στα 25 της χρόνια την αποκαλεί ο Ελύτης σε γράμμα του«Ποιήτρια», είναι ήδη ποιήτρια με τη βούλα του Ποιητή του «Άξιον εστί». Γράφει ποίηση, θέατρο, εκδίδονται μυθιστορήματά της, ανεβαίνουν σε σκηνές έργα της, το όνομά της ακούγεται παντού. Είναι η καινούρια πολλά υποσχόμενη Ελληνίδα ποιήτρια. «Η σημαντική ποιήτρια Μαρία Λαμπαδαρίδου που μας έδωσε η Λήμνος», σημειώνει ο Ανδρέας Καραντώνης σε κριτικό σημείωμα για άλλη ποιήτρια, σε φύλλο μεγάλης καθημερινής Αθηναϊκής εφημερίδας,
Μετατίθεται από το Επαρχείο της Λήμνου όπου υπηρετούσε και συγχρόνως σπούδαζε «δι’ αλληλογραφίας» στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και παίρνει θέση στη Νομαρχία Αττικής.
 Γίνεται ευμενώς αποδεκτή και εισέρχεται στον κύκλο των διανοουμένων της εποχής. Έρχεται σ’ επαφή με τους πρωτοκλασάτους ποιητές και συγγραφείς της «Γενιάς του Τριάντα». Ανεβαίνουν έργα της σε θεατρικές σκηνές, γίνεται ευρέως γνωστή. Στέλνεται στο Παρίσι με υποτροφία, σπουδάζει θέατρο, γνωρίζεται με εξέχουσες προσωπικότητες των γραμμάτων, αποκτά διάσημους φίλους, διασυνδέσεις σημαντικές.
Γυρίζει περίπου διάσημη, πάνοπλη να συνεχίσει το έργο της εδώ. Η θεατρική σταδιοδρομία πλέον σίγουρη. Γράφει, παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει από το δικτατορικό καθεστώς, εκδίδονται έργα της, παρουσιάζονται θεατρικά έργα της, το όνομά της ακούγεται και η παρουσία της μεταξύ των διασημοτήτων της εποχής. Συναντάει τον Μίνωα Πόθο, τον τρυφερό έρωτα και παντοτινό, εξαίρετο και αφοσιωμένο σύντροφο της ζωής της, πατέρα του μονάκριβου γιού της, γίνεται μάνα, γιαγιά (η βιολογική συνέχεια του εαυτού της), πασίγνωστη, συγγραφέας καταξιωμένη με πανελλήνια και διεθνή προβολή και αναγνώριση. Κι ας της στέρησαν ένα Κρατικό Βραβείο που ομολογουμένως το άξιζε το διαχρονικών προδιαγραφών έργο της στο σύνολό του. Οι αναγνώστες και η αξία των έργων της που πλούτισαν την Ελληνική Γραμματεία,  ισοδυναμούν με πολλά βραβεία!
Τελειώνοντας την αναστροφή μαζί της ακολουθώντας την καθώς περιδιαβαίνει στοχαστικά, σχεδόν πάντα με αισθησιακή σιγανή βροχή αισθημάτων αναπόλησης «Τα μονοπάτια του Αγγέλου της» και «Τα φιλντισένια μονοπάτια της ζωής της», έχω την αίσθηση πως αυτή τη στιγμή χαράσσω μερικές γραμμές στην επιλεκτική μνήμη του σύγχρονου πνευματικού κόσμου της χώρας με ένα οδοιπορικό αγάπης στα βροχερά ποιητικά τοπία της Μαρίας Λαμπαδαρίδου –Πόθου.
Είναι φτωχά τα λόγια που μιλώ.
Άλλα από τούτα που μιλώ δεν έχω λόγια.
Ελένη Χωρεάνθη
Αναρτήθηκε στο Fractal, 29 Ιουνίου, 2016



****************************************





Από την καθηγήτρια στο Αριστοτέλειο και φίλη Μαρία Λιτσαρδάκη: 

Αγαπημένη μου Μαρία,
διάβασα τον "'Αγγελό" σου και αισθάνθηκα άλλη μια φορά γοητευμένη από 
το πνεύμα σου και τη γραφή σου!
Τα αποσπάσματα από τα ημερολόγιά σου,  έτσι όπως τα δίνεις, με την 
παλίνδρομη σχέση ανάμεσα στο χθες και το σήμερα, διαβάζονται σαν 
μυθιστόρημα, που σου κόβει την ανάσα και περιμένεις την επόμενη 
σελίδα, την επόμενη καταγραφή, λες και πρόκειται να φτάσεις στη λύση 
μιας φανταστικής ιστορίας.
Από την άλλη, περιμένοντας να διαβάσω ημερολόγιο ζωής, άρα βιώματα και 
αναμνήσεις που αναπαράγουν τη ζωή, βρέθηκα μπροστά σ'ένα ημερολόγιο 
πνεύματος και ψυχής, δοσμένο με το γνωστό κι αγαπημένο ποιητικό σου 
ύφος που συγκλονίζει. Μου θύμισαν τον Montaigne και τα Δοκίμιά του, 
που τα έγραψε για να τον γνωρίσουν καλύτερα, όπως αρχικά λέει, οι 
δικοί του, αλλά τελικά ξεδίπλωσε τις πτυχές του μυαλού του και της 
σκέψης του. Ένα οδοιπορικό/καταβύθιση στην αγωνία και την οδύνη που 
σου προκαλούσε πάντα η γραφή και στη σχέση σου μ' αυτή, την τόσο 
ιδιαίτερη, υπαρξιακή και μεταφυσική σχέση!
Να είσαι καλά, Μαρία μου, και να γράψεις σου εύχομαι και όλα όσα 
κρατάς ακόμη στην ψυχή σου ατελείωτα.

Αναρτήθηκε τον Ιούνιο 2016



*******************************


Πάνω στις ερωτήσεις του δημοσιογράφου κ. Γιώργου Κιούση


Τα Μονοπάτια του Αγγέλου μου, τα φιλντισένια μονοπάτια της ζωής μου”.

Δεν υπάρχει καμιά διαδρομή ζωής με φιλντισένια μονοπάτια. Για τον κάθε ανθρώπινο βίο, οι δρόμοι σχεδόν πάντα είναι σπαρμένοι με αγκάθια και παγίδες. Όμως στο βιβλίο αυτό υπάρχει μια μεταφορά, μια αντίφαση.
Για όσους έχουν διαβάσει το μυθιστόρημά μου “Ο Άγγελος της Στάχτης”, και είναι αρκετοί οι αναγνώστες του, ξέρουν πως ο “Άγγελός” εκείνος βγήκε από την ερημία της νύχτας, που ήταν τα χίλια χρόνια της περιπλάνησής του, ώσπου να βρει τη Μνήμη και τη Γνώση του εαυτού του. Και τότε, το πονεμένο σώμα του έγινε σεντιφένιο και το μαύρο ρούχο του άσπιλο λινό. Τα μάτια του που ήταν από άβατο σκοτάδι έγιναν φίλντισι και φως.
Σε εκείνο το “φίλντισι” αναφέρομαι. Σε εκείνον τον “Άγγελο!”
Και σε εκείνα τα ασφοδελά μονοπάτια περπάτησα, του “Αγγέλου της Στάχτης”, σε εκείνα τα “ευρώεντα κέλευθα” της ορφικής δίψας, γιατί εκεί με έβγαλαν οι περιστάσεις της ζωής μου. Από όλα τα μυθιστορήματα που έγραψα, με εκείνον τον λυπημένο Άγγελο, τον απορριμμένο από όλα τα στοιχεία της φύσης, ταυτίστηκα και τον είπα επαλήθευση της ζωής μου. Έτσι περπάτησα μαζί του αναζητώντας τη δική μου “αυτογνωσιακή” μνήμη και τις απαντήσεις στις δικές μου αγωνίες.
Και είναι αυτός ο λόγος που είπα για για το βιβλίο τούτο, πως είναι ένα “δώρο” στους αναγνώστες μου. Δώρο το λογαριάζω. Γιατί εκείνοι που αγάπησαν τον “Άγγελο της Στάχτης”, από όποια οπτική και αν τον πλησίασαν, πάντα θα τον έχουν στην καρδιά τους σαν “δώρο”. Και στο βιβλίο αυτό, εκείνα τα μονοπάτια της ομίχλης ξετυλίγονται από άλλους δρόμους και με διαφορετικές πατημασιές ζωής.
Έτσι, γράφοντας για τα “Μονοπάτια” της δικής μου ζωής, που είναι σελίδες από τα αμέτρητα ημερολόγια που κρατούσα, όπως το λέω, και που δεν είχα το κουράγιο να καταστρέψω, βρήκα πως όλοι οι δρόμοι που πήρα, οι δρόμοι όπου με έβγαλαν οι συγκυρίες ή το απροσδόκητο του βίου, με πλησίαζαν πάντα στα ασφοδελά μονοπάτια του Αγγέλου μου, αυτά τα τυλιγμένα στην ομίχλη μιας άλλης ζωής αθέατης, μιας άλλης γνώσης δύσβατης ή και άβατης. Βήμα βήμα πατούσα στις ίδιες τις πατημασιές του, να βρω τις απαντήσεις στα δικά μου υπαρξιακά ερωτήματα ή ίσως αναζητούσα κάποιο φως που θα σήμαινε τη δική μου υπέρβαση. Με αυτή την έννοια ονομάζω το βιβλίο αυτό “δώρο”.

Στους δρόμους του φεγγαριού, στο πρώτο μέρος των ημερολογίων σας, οι απαρασάλευτες νεότητες;”

Οι μαγικές και απαρασάλευτες νεότητες. Έτσι τις είδα. Για τον καθένα υπάρχει μια κρυφή γωνιά μέσα στην ψυχή του, όπου με ιερότητα φυλάει τα τοπία της νιότης του. Τα καθαρά εκείνα τοπία από ποίηση (η νεότητα από μόνη της είναι μια αστείρευτη ποίηση) και από φεγγάρι και μοναχική ώρα. Και τίποτα δεν είναι πιο ιερό ή πιο μαγικό από τα τοπία εκείνα, που ο άσωτος χρόνος τα κάνει φίλντισι και φως μέσα στη μνήμη, μέσα στη νοσταλγία της μνήμης, μέσα στον άσωτο πόνο της νοσταλγίας – ακόμα και αν ήταν χρόνια τραυματικά. Γιατί η νεότητα έχει τη δύναμη να υπερβαίνει το όποιο τραύμα και να γίνεται μαγική μέσα στη νοσταλγία της μνήμης.
Έτσι σαν τη μνήμη του νερού η κάθε μοναχική στιγμή της ζωής μας. Μια διαδρομή που χάνεται στη ροϊκότητα του χρόνου και ταυτόχρονα παραμένει αναλλοίωτη στον αιώνα. Έτσι αναλλοίωτες και λάμπουσες παραμένουν οι νεότητες εκείνες μέσα στα βάθη του μυαλού. Στα ανεξιχνίαστα και ακοίμητα βάθη της ψυχής, που κανείς δεν ξέρει με ποια κριτήρια επιλέγει αυτό ή εκείνο το περιστατικό της ζωής μας να το διαφυλάξει στα σεντούκια της. Και συνήθως τα περιστατικά αυτά, δεν είναι από τα πιο λαμπερά αλλά από τα πιο ταπεινά, ίσως γιατί σε αυτά βρίσκεται το ουσιώδες.

Και ακολουθούν “οι δρόμοι της ψυχής”
Ή. η δύναμη της παρατήρησης

Είναι οι μέσα οράσεις αυτές. Ο κάθε άνθρωπος θα φτάσει σε μια ηλικία που θα αναζητήσει κάποιες άλλες αλήθειες, κάποια άλλη γνώση. Αυτές τις αλήθειες που τις κατέκτησε εμπειρικά και που δεν τις περιείχαν τα βιβλία που διάβασε. Κι εγώ μίλησα εκεί για τις δικές μου αλήθειες. Ενδοσκοπώντας τον εαυτό μου στην κάθε στιγμή, για να κρατήσω τις σημειώσεις στα ημερολόγια μου, ανακάλυψα κι εγώ η ίδια πως όσο πλήθαιναν οι ρυτίδες στο σώμα από τον πανδαμάτορα, τόσο πιο διαυγείς γίνονταν αυτές οι “μέσα οράσεις”. Υπήρχε μια διαφάνεια σαν αυτή του Πλωτίνου. Ήταν η φιλοσοφική “νεότητα” του Πλωτίνου, όπου το σώμα, δουλεμένο σαν κόσμημα από τη φθορά του χρόνου, απελευθέρωνε τις μέσα οράσεις. Αυτά ήθελα να τα συμπεριλάβω στα “Μονοπάτια μου”. Γιατί έβρισκα πως ήταν μια διαδρομή εμπειρίας και σκέψης που έβγαζε σε ξέφωτο. Αλλά και γιατί ήταν μια ενδογενής παρατήρηση. Παρατήρηση συνεχιζόμενη που γίνεται δύναμη γνώσης.
Παρατήρηση, λοιπόν. Και μαζί διαπίστωση, που αφορά στο κάθε ανθρώπινο πλάσμα που θα σκύψει μέσα του στην υπαρξιακή του ώρα.

Και ύστερα, ήρθε ο στίχος του Ελύτη για να επιβεβαιώσει αυτές τις σκέψεις μου.
Το φως δουλεύοντας τη σάρκα” λέει στο “Φωτόδεντρο”.
Σαν να είναι η ανθρώπινη σάρκα ένα πολύτιμο κόσμημα που το λειαίνει και το “δουλεύει” το φως.
Έτσι έγραψα “ΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΜΟΥ”.

Γιατί έτσι, ακριβώς έτσι μου αρέσει να σκέπτομαι τη λέξη “γηρατειά”, έτσι με την ώριμη γνώση του Πλωτίνου που αντιφεγγίζει μια άλλη νεότητα αντίστροφη.
Όμως για να διατυπωθεί αυτή η παρατήρηση, αυτή η διαπίστωση, συμπαρέσυρε και όλα τα γεγονότα που την δημιούργησαν. Αυτά που βαθαίνουν τις ρυτίδες και που πονούν.
Σήμερα πιστεύω πως είναι μια ανθρώπινη νίκη ενάντια στον χρόνο, να μπορέσει κανείς να πει τον λόγο του Ελύτη – να τον πει και να τον βιώσει:
Να τι είναι αυτό που περιμένω κάθε χρόνο, με μια ρυτίδα περισσότερο στο μέτωπο, μια ρυτίδα λιγότερο στην ψυχή: την πλήρη αντιστροφή, την απόλυτη διαφάνεια”.

Και όχι μόνον αυτό.
Πέρα από τα προσωπικά γεγονότα της ζωής μου, κάποιες παρόμοιες διαπιστώσεις με ώθησαν περισσότερο στην απόφαση να βγάλω το βιβλίο “Τα Μονοπάτια του Αγγέλου μου”. Γιατί, δεν μοιράζεται κανείς εύκολα τις προσωπικές σκέψεις του, γενικά την προσωπική του ζωή δεν την μοιράζεται με τον αναγνώστη, όσο κι αν πιστεύει πως ο αναγνώστης αυτός αγάπησε τα βιβλία του.
Όμως σκέφθηκα πως και αυτές ακόμα οι σκέψεις που γεννιούνται από τις προσωπικές μας εμπειρίες, αυτές οι διαπιστώσεις που τις επιβάλλει η δύναμη της παρατήρησης και που βγήκαν από τα προσωπικά μας γεγονότα, δεν είναι δικές μας μόνον. Τις ίδιες διαδρομές διανύει ο κάθε άνθρωπος, με διαφορετικά γεγονότα και περιστατικά για τον καθένα, όμως μέσα από τις ίδιες διαδρομές περνά για να φτάσει στις δικές του διαπιστώσεις, στη δική του άμυνα.

Και είπα, εγώ είχα το χάρισμα, ή και όχι χάρισμα, αλλά απλή σύμπτωση τύχης, να τα δω όλα αυτά. Και αφού τα έγραψα και τα συγκέντρωσα στα άπειρα ημερολόγια, είπα πως ίσως είχα χρέος να τα μοιραστώ. Κάπως έτσι.
Όμως δεν θέλω να αισθάνομαι σαν να απολογούμαι. Έβγαλα το βιβλίο, γιατί αυτό ήθελα να κάνω. Και η απάντησή μου αυτή αφορά και σε εκείνους που με αγωνία με ρωτούν: γιατί έβγαλα αυτό το βιβλίο. Την ίδια απάντηση τους δίνω: Αυτό ήθελα να κάνω.
Και οι λίγοι που θα το αγαπήσουν μου είναι αρκετοί για να δικαιώσουν τη δύσκολη απόφαση που πήρα. 

Και ο κ. Κιούσης ρωτά: “ταξίδι στο όνειρο ο κινούμενος χρόνος;”

Ναι, μαγικό ταξίδι στο όνειρο. Όταν ήμουν νέα έλεγα, θα έχω γεράσει μόνον όταν δεν θα μπορώ πια να ονειρεύομαι. Όμως έχει τόσο μαγικές δυνάμεις το όνειρο, το εν εγρηγόρσει όνειρο, που όσο κανείς μπορεί να υπάρχει σε μια ισότιμη εγρήγορση του νου, πάει να πει, όσο θα μπορεί να συνειδητοποιεί έστω και ανεπαίσθητα πως μαζί του συμπορεύεται “κινούμενος ο χρόνος” τότε θα διαπιστώσει πως μόνον ονειρευόμενος μπορεί να βρει μια άμυνα για να τον αγνοήσει. Γιατί ο πας ανθρώπινος βίος, ακόμα και κλεισμένος σε μοναχικό δωμάτιο, συναντά τον λόγο του ψαλμωδού “εν οδώ!”
Εν οδώ” πορευόμαστε, ερήμην μας. Και αυτό είναι απαρασάλευτο σαν τις νεότητες. Και κανείς ας μην κάνει τον έξυπνο, όπως συνηθίζεται στις μέρες μας, απορρίπτοντας την όραση ή την “παρατήρηση” του άλλου. Κι αν είπα πριν πως το ένιωσα σαν χρέος να δημοσιοποιήσω αυτές τις εμπειρικές μου διαπιστώσεις ήταν γιατί με παίδευε ο λόγος του Ηράκλειτου πως ο Λόγος είναι κοινός, “του δε λόγου δ΄εόντος “κοινού” (ξυνού), είπε.
Που σημαίνει, αυτό που είναι δικό μας είναι και των άλλων.
Και εδώ, θέλω να ευχαριστήσω τις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ που, εν μέσω κρίσης σκληρής και απειλητικής, έβγαλαν με τόση φροντίδα “ΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΜΟΥ”.

Και για τον Ράλλη Κοψίδη για τον οποίον ρωτά ο κ. Κιούσης, επειδή έχω στο βιβλίο ένα πορτρέτο νεανικό που μου είχε κάνει

Ναι, μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά, στη Μύρινα της Λήμνου. Μια φτωχική τότε αλλά και μαγική γειτονιά. Με μια πέτρινη βρύση, σκαλιστή. Και με μια αλάνα όπου τη νύχτα έβγαιναν τα φαντάσματα. Κάποτε μου ζήτησε να του γράψω τη βιογραφία του. Έγραψα αρκετές σελίδες, που κάπου τις έχω ακόμα, αρκετά πράγματα που μου τα θύμιζε όποτε τον συναντούσα στη Γλυφάδα ή στο σπίτι μου. Όμως μετά παραιτήθηκα. Κανείς δεν μπορεί να γράψει τη βιογραφία του άλλου, είπα. Γιατί δεν μπορεί να ξέρει πώς ο ίδιος αισθανόταν. Δεν μπορεί να ξέρει σε ποιες διαδρομές της ψυχής του περπάτησε. Μπορεί να γράψει μόνον αυτά που έκανε. Τα έργα της ζωής του. Αυτά που είναι τα “ανθρώπων έργα”. Ή, όπως τα λέει ο ψαλμωδός: “Έργα χειρός ανθρώπου”. Όμως ποτέ δεν μπορεί να φτάσει σε αυτά τα γεγονότα, στις μικρές ασήμαντες λεπτομέρειες που τον ώθησαν να κάνει αυτό ή εκείνο το έργο. Μόνον ο ίδιος μπορεί.
Όταν έφυγε ο Ράλλης Κοψίδης από τη Λήμνο, έριξε πέτρα πίσω του. Τόσο πικρά και στερημένα ήταν τα χρόνια τότε, αρχίζοντας από την πείνα της Κατοχής, όπου βρέθηκε παιδί. Και τότε η μητέρα του η κυρία Δέσποινα, μια αγωνιστική γυναίκα, έπαιρνε κάποιες ζωγραφιές που έκανε ο Ράλλης, παιδί ακόμα αλλά πανέμορφες ζωγραφιές, που τις θυμάμαι, και πήγαινε στα χωριά να τις ανταλλάξει με λίγο σιτάρι.
Και ύστερα, χρόνια μετά, όταν είχε πουλήσει το σπίτι του και επρόκειτο να το κατεδαφίσουν, το έβγαλα μια φωτογραφία και του την πήγα. Κι εκείνος τρελάθηκε από τη χαρά του, από τη συγκίνηση που ένιωσε. Σχεδόν όλα τα κατοπινά έργα του ήταν παραλλαγές της φωτογραφίες εκείνης του σπιτιού του.
Και τότε μου έκανε δώρο αυτό το ζωγραφικό του δικού μου σπιτιού, όπως το θυμόταν.

Αναρτήθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Ανθρώπων Έργα" Μάιο, 2016