μοτο

Γράφω γιατί έτσι μόνο μπορώ να υπάρχω. Έτσι μόνο να αναζητώ τη διαίσθηση μου για τον κόσμο και για την ύπαρξη.
Να συνειδητοποιώ την κάθε στιγμή που ζώ για να βρω το ουσιώδες που κρύβει, να το μεταποιήσω σε ποίηση, σε ομορφιά.
Την ομορφιά αναζητώ γράφοντας, το χαμένο ιερό της ψυχής.
Κι όταν ακόμα μιλώ για τον φόβο ή τη σκληρότητα, την ομορφιά αναζητάει η ψυχή μέσα στη δικαιοσύνη και την υπέρβαση.

Να γι’ αυτό έγραψα όσα έγραψα, για να πλουτίσω την ψυχή μου.

Να δω λίγο πιο πέρα αυτό που δεν φαίνεται.

Την άλλη αλήθεια.


Η ΔΙΨΑ ΜΕ ΚΑΙΕΙ ΕΜΕΝΑ ΚΑΙ ΧΑΝΟΜΑΙ


          Νέο μυθιστόρημα
Η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι

Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται στους ερημωμένους δρόμους της Αθήνας, σήμερα.
Αλλά και βαθιά στο μυστήριο της αγάπης. 
Τα πρόσωπα ζουν τον έρωτα ως πάθος και ως νοσταλγία του πάθους.
Ως θυσία και ως τελετουργία σιωπής.
Αναπτύσσουν μια δική τους άμυνα, για να βγουν από το ερειπωμένο παρόν.
Να βρουν τον ορφικό “αυδήεντα” λίθο, που θα τους δώσει την ομορφιά και το χαμένο ιερό.
Ο ορφικός τίτλος “Η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι” δίνει στους ήρωες το στίγμα της άλλης αλήθειας που αναζητούν, της άλλης γνώσης που θα τους χαρίσει την εσωτερική τους απελευθέρωση.
Πλασμένο από τα ακατέργαστα υλικά της οργής και του έρωτα, περπατάει στις ερεβώδεις, φροϊδικές διαδορμές:
“Από την Ψυχή προς την Ψυχή”.

                                                              *********


Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα
για το μυθιστόρημα "Η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι"

«Η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι»: με τίτλο-δάνειο από στίχο ορφικής ποίησης που αγαπά, η ποιήτρια που μεταφράστηκε από τον Λακαριέρ, έγραψε για τον Ελύτη και για τον Μπέκετ, έκανε το ιστορικό μυθιστόρημα υπαρξιακό μυθιστόρημα, η Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου, αποφασίζει να μας μιλήσει για αυτό που τώρα ακριβώς μας συμβαίνει. Και μέσα από ένα βαθύτατα ψυχολογικό και οντολογικό μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε μόλις από τις εκδόσεις Πατάκη, να επανεξετάσει το λογικό και το παράλογο, το άσχημο και το όμορφο, το παρελθόν και το παρόν έτσι όπως ξετυλίγεται αμείλικτο, στοχεύοντας ουσιαστικά στο μέγιστο αίνιγμα: αυτό του χρόνου και της ψυχής μας.


Το παρελθόν είναι μέσα μας δύσβατο και απειλητικό (τίτλος κεφαλαίου στο καινούργιο βιβλίο σας). Δεν είναι, όμως, και το παρόν και το μέλλον μας, κυρία Λαμπαδαρίδου, εκείνο το σκοτεινό και απειλητικό παρελθόν;


Ο λόγος αυτός είναι του Μπέκετ και με είχε προβληματίσει κι εμένα. Γι' αυτό τον συνέδεσα και με την ψυχανάλυση στο μυθιστόρημα. Αν και για τον Μπέκετ, το παρελθόν δεν είναι μόνον ο βιωμένος χρόνος της παρούσης ζωής, αλλά κρατά μνήμες σκοτεινές και αναπόδεικτες από διαδρομές της ψυχής προγεννητικές. «Η εικόνα ανεβαίνει από αβύσσους», λέει η Ουίνι στο Ω οι ωραίες μέρες. Κι αλλού: «αναρωτιέμαι αν αυτό το μυαλό δεν έχει κιόλας περιπλανηθεί μέσα στην ατέλειωτη νύχτα της αβύσσου».
Όπως και να 'ναι, το «δύσβατο και απειλητικό παρελθόν» έχει ανάγκη να βγει στο φως, στη συνείδηση, που σημαίνει να αυτοαποκαλυφθεί, να κατανοηθεί, να γίνει ορατό, να καθαρθεί. Όσο για το παρόν ή το μέλλον, θα πω ότι αυτό περιέχεται από το παρελθόν κατά τρόπο μυστηριακό. Ο στίχος του Έλιοτ το δίνει με μοναδική ποιητική εικόνα, πως «ο χρόνος ο παρών και ο παρελθών χρόνος είναι κι οι δυο παρόντες στον μέλλοντα χρόνο».

Δηλαδή η φράση του Μπέκετ υπήρξε για σας ένας άξονας που καθόρισε την πλοκή του μυθιστορήματος;


Υποσυνείδητα ίσως. Όταν ξεκίνησα να γράφω το μυθιστόρημα Η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι με βασάνιζε πολύ η έννοια του παρελθόντος χρόνου που αιχμαλωτίζει και εξουσιάζει το παρόν και το μέλλον της ζωής μας. Ένα περιστατικό που μπορεί και να το ξεχάσαμε έχει πολλές φορές τόση εξουσία στη διαμόρφωση μιας σκέψης ή μιας απόφασης, που, όταν αυτό το δει κανείς αναλυτικά, αισθάνεται δέος μπρος στις αθέατες ψυχικές διεργασίες, τελετουργίες θα τις έλεγα.
Αυτά όλα προσπάθησα να τα δώσω στο μυθιστόρημα μέσα από την έμπειρη ματιά της ψυχανάλυσης, για να φέρω την ηρωίδα μου μπρος στις αλήθειες της. Να δει τα λάθη της, να καταλάβει πόσο ελλιπείς είμαστε σαν άνθρωποι, πόσο ευάλωτοι. Πόσο μεταβαλλόμενος είναι ο ψυχισμός μας. Να φτάσει σε μια προσωπική αυτογνωσία, να αυτοκαθαρθεί, για να μπορέσει να βγει ξανά στη ζωή δυνατή και ολοκληρωμένη. Να αναδυθεί, θα έλεγα.
Δεν είναι εύκολα όλα αυτά, εννοώ η ανάβαση στο πρόσωπο. Έκανε πολλά λάθη και έχυσε πολλά δάκρυα, περπάτησε πολλούς έρημους δρόμους, για να βρει τον έναν δρόμο, αυτόν που οδηγεί στην αλήθεια που απελευθερώνει.

Η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι: να αναφερθούμε στη σημειολογία του τίτλου;


Είναι ο ορφικός στίχος που πολύ αγαπώ. Ολόκληρη η ορφική ποίηση, ο σαγηνευτικός αυτός μύθος του έρωτα και του Άδη, είναι από τα αγαπημένα μου. Τα έζησα αυτά, με το «Τραγούδι του νεκρού αδερφού», όταν έγραφα τον Άγγελο της Στάχτης που είναι και το αγαπημένο μου μυθιστόρημα. Εκεί περπάτησα μαζί με τον Κωνσταντίνο μου τα ασφοδελά μονοπάτια τα τυλιγμένα στην ομίχλη του αθέατου κόσμου, για να βρω μαζί του την άλλη αλήθεια.
Στο καινούργιο μου μυθιστόρημα ο ορφικός στίχος λειτουργεί μεταφορικά, σαν δίψα ζωής που τη γεννά το ερωτικό άλγος ή, βαθύτερα, το ίδιο το πάθος για ζωή. Δηλαδή αυτό προσπάθησα να δώσω, χωρίς να ξέρω πώς θα το περπατήσει ο αναγνώστης. Ένα μυθιστόρημα πιστεύω πως πρέπει να είναι ανοιχτό στη δεκτικότητα του αναγνώστη για να μπορεί να συμμετέχει σε αυτό ελευθερώνοντας ταυτόχρονα τον εαυτό του. Όμως αυτά γίνονται περισσότερο με τη διαίσθηση, παρά με τη λογική. Είναι κι αυτό ένα μυθιστόρημα που γράφτηκε περισσότερο με τη διαίσθηση ψηλαφώντας τον αδιόρατο ψυχικό κόσμο των προσώπων που έπλασα.

Προτού ξεκινήσετε να γράφετε, είχατε πλάσει τα πρόσωπα και την πλοκή, τον μύθο;


Τα πρόσωπα τα πλάθω στο μυαλό μου για να τα γνωρίσω, να τα αγαπήσω. Δεν μπορώ να γράψω γι' αυτά αν δεν τα κάνω κομμάτι της ψυχής μου. Συμπάσχω μαζί τους, κλαίω όταν πονούν. Όσο για την πλοκή, τον μύθο, όχι, ποτέ δεν ξέρω πού θα με βγάλει. Με οδηγούν τα ίδια τα πρόσωπα με την προσωπικότητά τους και με τη θέλησή τους. Γιατί είναι ζωντανά πια, καταχωρούνται σε μια πραγματικότητα που την κάνει υπαρκτή η εντολή του νου. Κι εγώ τα σέβομαι τα πρόσωπα μου. Όπως σέβεσαι το ιστορικό πρόσωπο που έχει υπάρξει.
Στο μυθιστόρημα Η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι υπάρχει και ο υπαρκτός περιβάλλων χώρος, η χειμαζόμενη κοινωνία των δύσκολων ημερών που βιώνουμε, κι αυτό κάνει έναν συγγραφέα να πάρει θέση έναντι των γεγονότων και έναντι του άδικου που πάντα περισσεύει σε όλους τους καιρούς.
Κι ακόμα, έναντι της ιστορικής στιγμής που σηματοδοτεί όχι μόνο το προσωπικό μας δράμα, σαν χώρα, αλλά και το συλλογικό ανθρώπινο δράμα που παίζεται ερήμην μας στην παγκόσμια θεατρική σκηνή.

Τα σπασμένα αγάλματα, οι μετανάστες, οι άστεγοι, τα ξενοίκιαστα μαγαζιά... πόσο επώδυνο και επικίνδυνο είναι να μιλήσει κανείς για την εποχή μας;


Οι μετανάστες, οι άστεγοι, τα ξενοίκιαστα μαγαζιά. Και η κουκουβάγια που θρηνεί «επί των ερειπίων».
«Και τι πταίει η γλαυξ η θρηνούσα επί των ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια, αυτοί οι ανίκανοι κυβερνήται της χώρας», έγραφε στην εφημερίδα Ακρόπολις, για την Πρωτοχρονιά του 1896, ο Παπαδιαμάντης.
Εμείς τι να πούμε σήμερα; Είμαστε οι θλιβεροί «κομπάρσοι» στη θεατρική σκηνή των πρωταγωνιστών. Ο λόγος μας ελάχιστος. Κι αν τον πούμε, κανείς δε θα τον ακούσει.
Στην άκρη του χρόνου όπου βρέθηκα, ονειρευόμουν να είναι όμορφες οι μέρες μου, όμορφη η κάθε μια μέρα μου, πολύτιμη, με τα βιβλία που έγραψα και που τα αγαπώ, κάθε βιβλίο έχει κι ένα κομμάτι από την ψυχή μου. Με την αγάπη των αναγνωστών μου. Με την αντίληψη που μου έδωσε η εμπειρία της μακριάς διαδρομής. Κι ωστόσο, είμαι μέσα στην αγωνία. Μέσα στον φόβο και στην ανασφάλεια. Μέσα στην απογοήτευση, μην πω και κατάθλιψη, για την κατάντια της όμορφης χώρας μας και για τη δυστυχία των ανθρώπων. Λέει ένας ήρωάς μου στο μυθιστόρημα, ο καπετάν Μιχελής, παλιός αετός της αντίστασης: «Όταν κόβουν τη σύνταξή μου και δεν μπορώ να πάρω τα φάρμακα, είναι σαν να κλέβουν την πατρίδα».

Και τα βιβλία σας; Δεν είναι μια διέξοδος ή ακόμα και μια βοήθεια με την έννοια της ικανοποίησης που σας δίνουν;


Άλλοτε η συγγραφική μου δουλειά μού έδινε τη χαρά να υπάρχω, τη χαρά να ταξιδεύω με όσα έγραφα. Τώρα βλέπω πόσο έχει πληγεί και αυτός ο χώρος. Με δυσκολία βγάζω κάποια βιβλία μου που δε θεωρούνται «ευπώλητα» όμως που για μένα είναι σημαντικά, θέλω να πω, κείμενα που γράφτηκαν με πολύ βασανισμό, γιατί είναι θέσεις ζωής, όπως το βιβλίο μου Δωρεάν Φθινόπωρα που μου έβγαλαν οι εκδόσεις Ι. Σιδέρη το 2013, και τους ευγνωμονώ. Όμως αυτό δεν ακυρώνει τα αδιέξοδα που βιώνουμε, αυτή την έλλειψη ανάσας.
Σε κάποιο σημείο, στο μυθιστόρημα, λέει η ηρωίδα μου μια στιχομυθία από τη Δίκη του Κάφκα:
«Είμαι αθώος, κύριε», λέει ο Γιόζεφ Κ.
Και ο άλλος του απαντά: «Ναι, αλλά η αθωότητά σου δεν μπορεί να σε σώσει».
Αυτό ακριβώς βιώνουμε: Μια αθωότητα που δεν μπορεί να μας σώσει. Και δε μιλώ για όλους. Κάποιοι πλουτίζουν ακόμα και σήμερα από τη δυστυχία των άλλων. Μιλώ για τους απλούς και ανοχύρωτους πολίτες. Τους εν πολλοίς αθώους. Ή ρομαντικούς. Που ακόμη σεβόμαστε τα ιερά μας.

Έχετε γράψει και εξαιρετικό ιστορικό μυθιστόρημα, κυρία Λαμπαδαρίδου. Πέστε μας, πώς θα διαχωρίζατε ένα μυθιστόρημα ιστορικό από το σύγχρονο;


Θα τολμήσω να πω πως και το σημερινό μου μυθιστόρημα, που εκτυλίσσεται πέρα για πέρα στην καρδιά της πραγματικότητας, είναι ιστορικό, με την έννοια ότι εμείς ζούμε σήμερα το κομμάτι της Ιστορίας που μας αναλογεί, και το βιώνουμε σε προσωπικό και σε παγκόσμιο επίπεδο. Γιατί αυτά που ζούμε, τις μετακινήσεις λαών, τα ομαδικά εγκλήματα εν ονόματι της τρέλας που εξουσιάζει το μυαλό του σύγχρονου ανθρώπου, την καταδυνάστευση των μικρών και αδύναμων χωρών από τις κραταιές δυνάμεις του χρήματος, όλα αυτά και πολλά άλλα είναι ιστορικές στιγμές, ή αλλιώς, είναι η Ιστορία που τη βιώνουμε στη γένεσή της, έτσι ακατέργαστη ακόμη όπως τη γεννάει ο χρόνος, η παρούσα στιγμή. Γι' αυτό και μας καίει τα χέρια το αίμα των γεγονότων. Γιατί είναι νωπά, και είμαστε εμείς οι ίδιοι που δημιουργούμε αυτή τη «γένεση», ή αλλιώς, που συνθέτουμε τα κομμάτια της με τίμημα τη ζωή μας.
Με άλλα λόγια, είμαστε όλοι στην καρδιά ενός αμείλικτου ιστορικού γίγνεσθαι και βιώνουμε την Ιστορία εν τη γενέσει της – με την ανελέητη βοήθεια της τεχνολογίας.
Αυτά προσπάθησα να δώσω στο μυθιστόρημα, «με τα ακατέργαστα υλικά της οργής και του έρωτα».
Όσο μπόρεσα.

«Η πραγματικότητα γίνεται αμείλικτη όταν ζούμε την ψευδαίσθηση»· κυρία Λαμπαδαρίδου, αυτό ζούμε τόσα χρόνια; Την ψευδαίσθηση;


Και την ψευδαίσθηση. Γιατί έχουμε ανάγκη, πολλές φορές, τις στιγμές που ζούμε να τις επεκτείνουμε, να δημιουργήσουμε μια ψευδαίσθηση στο μυαλό μας είτε για να αντέξουμε το όποιο τραυματικό γεγονός είτε για να επιμηκύνουμε μια ευτυχισμένη κατάσταση. Είναι μια μορφή ονειροπόλησης της ευτυχισμένης στιγμής που όμως εύκολα γλιστρά στην παραίσθηση και πλάθει φαντασιακές καταστάσεις. Από εκεί ξεκινούν και τα περισσότερα λάθη μας. Σε μια τέτοια παραίσθηση είχε εμπλακεί η ηρωίδα μου και, όταν η πραγματικότητα ορθώθηκε αμείλικτη μπροστά της, πόνεσε πολύ.
Γιατί διαπίστωσε πως το παράλογο ήταν πιο δυνατό από τη λογική.

«Τελικά το παράλογο είναι πιο δυνατό από τη λογική;» Και τώρα; Τι; Είναι η εποχή πια του παραλόγου;


Κάθε μορφή παραλόγου γεννιέται από μια διαταραγμένη συνείδηση. Κι αν ακόμα το δούμε ομαδικά και όχι ατομικά, οι πόλεμοι όλοι στηρίχθηκαν σε μια λανθασμένη διαλεκτική του παραλόγου. Θα έλεγα πως μπορεί να είναι δυνατό το παράλογο, όμως μια μέρα γκρεμίζεται μαζί με τις ψευδαισθήσεις του. Ο άνθρωπος τελικά νικάει. Η λογική και το τμήμα της συνείδησης που φωτίζεται από τη δοκιμασία ή το λάθος. Η ηρωίδα μου έζησε τις ερωτικές ψευδαισθήσεις της, όμως βγήκε δυνατή και ώριμη γιατί ο φωτισμός της συνείδησης την ολοκλήρωσε, την έφερε σε ένα άλλο επίπεδο αντίληψης.

«Η ομορφιά γίνεται μοναξιά, όταν δεν μπορείς να συμμετέχεις», λέτε· η λογοτεχνία μπορεί να κάνει την ασχήμια ομορφιά; Να νικήσει τη μοναξιά; Τι άλλο μπορεί να κάνει η λογοτεχνία;
Να φωτίσει τη συνείδησή μας. Ή αλλιώς, να διευρύνει την αντίληψή μας ώστε να κατανοήσουμε κάποια πράγματα ή να δούμε ότι υπάρχουν. Πράγματα σημαντικά που ίσως τα αγνοούσαμε. Με άλλα λόγια, να πλουτίσουμε την ψυχή μας. Να γίνουμε άξιοι να συμμετέχουμε σ' αυτό το θαύμα της ζωής, στο θαύμα που είναι η κάθε μια μέρα μας ξεχωριστά. Η κάθε μοναχική μας στιγμή. Η ομορφιά γίνεται μοναξιά όταν δεν μπορείς να συμμετέχεις, ναι. Όμως πρέπει να γίνεις άξιος γι' αυτή τη συμμετοχή. Τίποτα δε σου δωρίζεται. Το καθετί το κατακτάς με την όποια αξία ή καλλιέργεια έχεις, με πόνο ακόμα. Και τότε η μοναξιά γίνεται ολόφωτη και άκρως δημιουργική. Μπορείς να την αγαπήσεις και να της εμπιστευτείς την ψυχή σου.

Και γιατί ένας συγγραφέας, κυρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου, ύστερα από τόσα βιβλία συνεχίζει να γράφει;
Γιατί πιστεύει πως έχει ακόμη να πει πράγματα. Ή γιατί ακόμη δε βρήκε αυτό το ουσιαστικό που αναζητούσε μια ζωή, το νόημα ή τη μεταφυσική του νοήματος που αποτελούσε το περιεχόμενο της αγωνίας του. Όμως για να αντιστρέψω την ερώτηση: Και γιατί να μη γράφει; Επειδή είναι τόσων χρόνων; Υπάρχει και η νεότητα της «διαφάνειας», που είναι η νεότητα του Πλωτίνου. Και θα πω έναν στίχο του Ελύτη πανέμορφο: «Με μια ρυτίδα περισσότερο στο μέτωπο, μια ρυτίδα λιγότερο στην ψυχή, να τι είναι αυτό που περιμένω: την απόλυτη αντιστροφή, τη διαφάνεια». Πάνω σ' αυτό έκανα μια μεγάλη ανάλυση στο βιβλίο μου Οδυσσέας Ελύτης – Ένα όραμα του κόσμου που τη στήριξα στη φιλοσοφία του Πλωτίνου, και είχε αρέσει και στον ίδιο.
Από την ψυχή προς την ψυχή ο τίτλος ενός βιβλίου μες στο βιβλίο, το καινούργιο βιβλίο σας εκεί απευθύνεται; Στην ψυχή;

Όλα μου τα βιβλία εκεί απευθύνονται. Από την ψυχή βγαίνουν και στην ψυχή επιστρέφουν. Για να την πάνε ένα ελάχιστο πιο πέρα. Ένα ελάχιστο πιο κοντά στην αλήθεια της. Σε αυτή την υπαρξιακή της αλήθεια που είναι και η μοναδική της λάμψη μέσα στο δύσβατο αόρατο που την περιέχει.

«Πεθαίνεις, Αθήνα», ψιθύρισε. «Πεθαίνεις αργά τις νύχτες τις άφεγγες». Τόσο πολύ τρομακτική έχει γίνει η ζωή μας; Η Αθήνα;
Ένα βράδυ είχα πάει σε μια εκδήλωση, κάτω στο κέντρο της Αθήνας. Όταν τελείωσε, περίπου δέκα και μισή, βγήκαμε να περπατήσουμε ώσπου να βρούμε ταξί. Και εκεί είδα την ερήμωσή της σε όλο το τρομακτικό μέγεθος. Κατεβήκαμε τη Σταδίου με τα καμένα κτίρια που φάνταζαν εφιαλτικά και με τα λουκέτα στα άδεια κάποτε πολυτελή καταστήματα. Διασχίσαμε την έρημη Πανεπιστημίου και ήταν η ίδια εφιαλτική εικόνα. Το σκοτάδι βοηθούσε τον εφιάλτη κι εγώ ένιωθα να καταρρέω. Ένιωθα πως αυτή η ερημωμένη εικόνα ήταν μέσα μου. Σε μια εσοχή ενός κλειστού με λουκέτο καταστήματος κοιμόταν τυλιγμένος σε μια φτενή κουβέρτα ένας άνθρωπος. Τον πλησιάσαμε. Η φίλη μου κρατούσε μια χάρτινη σακούλα με μπισκότα. Ο άνθρωπος στη θέα της σακούλας πετάχτηκε απάνω. Μια ψυχή στο έλεος της εγκατάλειψης. Κι η νύχτα ήταν παγωμένη. Δίπλα του κάποιοι σωροί από σκουπίδια.
Αυτή την εμπειρία την πέρασα στην ηρωίδα μου.

Η ιστορία, το παρελθόν, κυρία Λαμπαδαρίδου, θα μπορούσε να είναι μια λύση; Τι πιστεύετε πως θα μπορούσε να είναι «μια λύση;»
Μόνον ο πολιτισμός μας. Να τον αντιπαραθέσουμε σαν αξίωμα και σαν πνευματικό μετερίζι στις όποιες απειλές. Όμως πρέπει πρώτοι εμείς να τον σεβαστούμε αυτό τον μοναδικό πολιτισμό και να του προσδώσουμε το πραγματικό μέγεθος της αξίας του. Και η διαφθορά δε βοηθά. Καθημερινά ακούμε περιστατικά διαφθοράς τρομακτικά. Γι' αυτή την κατάρρευση μιλώ στο μυθιστόρημα. Από αυτό το ερημωμένο τοπίο προσπαθούν να βγουν οι ήρωες μου.
Ας ευχηθούμε ο καινούργιος χρόνος που ξημερώνει να είναι πιο ανθρώπινος και πιο ειρηνικός.

Δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό diastixo
στις 14 Ιαν. 2014


 

                                                         **********


Το περίπτερο των εκδόσεων ΠΑΤΑΚΗ στην 11η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης - με τη Μελίνα στο βάθος
Μεγάλες ευχαριστίες!
 

 
                                                  ************




 
Παρουσίαση του βιβλίου "Η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι" στη Διεθνή Έκθεση του βιβλίου Θεσσαλονίκης, Μάιο 2014.
Στη φωτογραφία, από δεξιά, η καθηγήτρια στο Αριστοτέλειο και ποιήτρια Καλλιόπη Εξάρχου, η καθηγήτρια στο Αριστοτέλειο και ποιήτρια Ζωή Σαμαρά και δεξιά μου ο ποιητής Στέλιος Λουκάς.


                                                         ************


«Η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι» της Μαρίας Λαμπαδαρίδου- Πόθου. Εκδ. «Πατάκη»
Γράφει η ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ
Αναρτήθηκε στις 12 Φεβ 2014

«Οι λέξεις και οι έννοιες έχουν πολλές προσεγγίσεις. Και μπορούν να ενεργοποιήσουν έναν κόσμο ολόκληρο μέσα μας. Λες μια λέξη ή σχηματίζεις μια εικόνα, και ξυπνά μέσα σου ένα ολόκληρο τοπίο, αναδύεται από την ομίχλη της ψυχής σου και σε γεμίζει ευφροσύνη ή τρόμο».
Με τίτλο – δάνειο από ορφικούς στίχους «η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι» η Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου της Ποίησης και του Ιστορικού Μυθιστορήματος επιχειρεί ένα ταξίδι διπλό: «απ’ την ψυχή προς την ψυχή» όπως το αποκαλεί η ίδια [και είναι και ο τίτλος του βιβλίου του ήρωά της] και από το παρόν στο παρελθόν.
Η Αλέξια, δημοσιογράφος με ιδεαλιστικό τρόπο [επιθυμεί ακόμα να σώσει τον κόσμο] και ο Έκτωρ, ψυχίατρος με διεθνή απήχηση και ψυχαναλυτής της, συναντούνται κατ’ αρχάς για να σωθεί η Αλέξια από βαρύ ματαιωμένο έρωτα. Ο Στέφανος που τον είχε γνωρίσει στο «Γλυκό πουλί της νιότης» θα την εγκαταλείψει έντρομος στην εποχή της κρίσης, ακολουθώντας εκείνη που θα του εξασφαλίσει μια ζωή σταθερή. Αλλά σταθερές δεν υπάρχουν στη ζωή.
Στο μεταξύ, όλοι οι ήρωες θα επιστρέψουν: ο Έκτωρ, στους νεανικούς του στίχους, στην ποίηση, στο χωριό του, στο πατρικό του και στο παρελθόν. Θα ξαναθρηνήσει τη μάνα, θα ξαναβρεί την θεία Μάρθα, τον αδελφικό παιδικό του φίλο, τον νεανικό, ερωτευμένο του αδελφό. Στο μεταξύ θα επιστρέψει και σε κείνον η Λάουρα, πληγή παλιά από το παρελθόν.
Η Αλέξια, με αλλεπάλληλα πηγαινέλα, θα αναγκαστεί να βυθιστεί στο πιο αληθινό της εαυτό. Επιστρέφοντας, όμως, κι εκείνη. Στον Στέφανο που απόμεινε οίκτος, στο ρεπορτάζ της και στους αστέγους των Αθηνών, στο νησί της και στο στρατιώτη των Βάλτων, στα δικά της φαντάσματα που τη στοιχειώνουν, στο δικό της παρελθόν που λειτουργεί ως παραμορφωτικός καθρέφτης για το παρόν:
«Τίποτα μέσα στο παρελθόν δεν είναι από μόνο του απειλητικό ή δύσβατο.
Εξαρτάται από το πώς εμείς βιώσαμε τον χρόνο μέσα μας.
Απειλητικό είναι μόνο το σκοτάδι που το καλύπτει. Αυτό το κάνει δύσβατο ή και άβατο.
Γι’ αυτό πρέπει να το ανεβάσουμε στο φως. Να το εξευμενίσουμε…»
Κι αυτό ακριβώς θα κάνουν. Με τον Έκτορα στην αρχή ως ψυχαναλυόμενη και ψυχαναλυτής:
«Σύνθεση και αποσύνθεση των γεγονότων που ζήσαμε είναι ολόκληρη η ζωή μας, σκέφτηκε».
Με διαπιστώσεις πικρές στην πορεία:
«Δεν μπορείς να σταματάς, δεν μπορείς ν’ αργοπορείς τα βήματά σου, πρέπει ολοένα ν’ ανεβαίνεις, μια στιγμή να ξεστρατίσεις, η ζωή σ’ αφήνει και προχωρά χωρίς εσένα, και τότε ξόφλησες…»
Με διαδρομή επώδυνη σε μια Αθήνα που φλέγεται κι ερημώνει, με μετανάστες, αστέγους και κλειστά μαγαζιά. «Και τις πταίει η γλαυξ επί των ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια, αυτοί οι ανίκανοι κυβερνήται της χώρας» μας θυμίζει η συγγραφέας [Παπαδιαμάντης, Ακρόπολις, Πρωτοχρονιά 1896].
Κι ανάμεσά τους η Ορφική Ποίηση, η Ποίηση. Και το Θέατρο, ο Ανούιγ, ο Στρίνμπεργκ και η σκοτεινιά της ψυχής. Οι ευάλωτες κι εύθραυστες ηρωίδες του Τένεσι  Ουίλιαμς, ο Μπέκετ κι ο Κάφκα, με την αιώνια, αρχετυπική, ακατανόητη ενοχή:
«Πώς την είπες εκείνη τη στιχομυθία του Κάφκα;
Είμαι αθώος, κύριε…”
Ναι, όμως η αθωότητά σου δεν θα σε σώσει…”»
Εξάλλου «είμαστε πλάσματα ελλιπή».
Ενδεχομένως και γι’ αυτό να γράφουμε ή να κάνουμε Τέχνη, να ερωτευόμαστε με πάθος, να ζούμε με διαρκείς παλινδρομήσεις, το μυθιστόρημα θέτει άπειρα ζητήματα, από την αιώνια δίψα για το απόλυτο ως την αιωνιότητα της ψυχής, το διαρκές αδιαχείριστο πένθος και την αιώνια επιστροφή. Με εγκιβωτισμένα τρία βιβλία, οι βασικοί ήρωες γράφουν για να επιστρέψουν, και τα φαντάσματα, ακόμα κι εκείνο του αδικοσκοτωμένου Άγγλου στους Βάλτους πάντοτε εκεί. Ενδεχομένως η μνήμη και να αποτελεί τη μόνη δικαίωση και ο τόπος, όπως πάντα στα μυθιστορήματα της Μαρίας, να διαθέτει και να υποβάλει τη δική του ζωή. «Πώς ένα τοπίο μπορεί να κρατήσει για πάντα μέσα του τη μουσική ή τα λόγια που ειπώθηκαν εκεί…» θα επισημάνει σε αρκετά σημεία σε αρχαίους τόπους.
«Αν πολλαπλασιάσεις το άπειρο με τα βάθη της αιωνιότητας και περπατήσεις μια -μια τις παλίρροιες του χρόνου, τότε θα έχεις μια μικρή ιδέα…» θ’ αρχίσει διπλά με κοινή έκφραση ο καθένας την αληθινή μυθιστορία της δικής του ζωής. Σ’ ένα σύγχρονο, υπαρξιακό, ψυχαναλυτικό, κατακερματισμένο μυθιστόρημα που αποτελεί και τον καθρέφτη της δικής μας εποχής. Εξάλλου «η πραγματικότητα γίνεται αμείλικτη όταν ζούμε την ψευδαίσθηση», αλλά το άλγος, επί τω προκειμένω, το ερωτικό άλγος, μπορεί να γίνει η φωτιά και το φως, το πάθος για τη ζωή που, τελικά, θα μας σώσει: «Γιατί η κάθε μέρα της ζωής μας, με όλη τη γαλήνη ή την ομορφιά που εμείς της δώσαμε, βρίσκεται πάντα στο έλεος μιας αιφνίδιας καταιγίδας. Ένα ελάχιστο ασήμαντο συμβάν είναι ικανό να ενεργοποιήσει τεράστια αποθέματα δυνάμεων που πρέπει να ισορροπήσουμε για να μπορέσει να συνεχιστεί η ζωή». Η ζωή διαθέτει την δική της αρχιτεκτονική, μεταφυσική.


                                           *****************



"η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι",
κριτική του Πασχάλη Πράντζιου πάνω στο βιβλίο της Μαρίας Λαμπαδαρίδου - Πόθου


Σπανίως μπαίνω στη διαδικασία να προβώ σε κριτική μυθιστορήματος που έχει γραφεί στο παρόν, δεδομένου ότι θεωρώ πως το πέρασμα του χρόνου αποδεικνύει από μόνο του την αξία ή μη ενός λογοτεχνικού έργου. Η λογοτεχνία του παρόντος κυρίως πρέπει να διαβάζεται και δευτερευόντως να... κρίνεται. Ωστόσο, όταν μιλάμε για μια συγγραφέα, όπως η Μαρία Λαμπαδαρίδου – Πόθου, με τόσο πλούσιο έργο στο ενεργητικό της, με ουσιαστική παρουσία στα ελληνικά Γράμματα εδώ και τόσες δεκαετίες, η χρονική απόδειξη της εγκυρότητας του έργου της συγγραφέως έχει ήδη συντελεστεί.

Στη διάρκεια του ταξιδιού μου των ημερών του Πάσχα, είχα τη χαρά να κάνω ένα σημαντικότερο ταξίδι διαβάζοντας το τελευταίο μυθιστόρημα της κυρίας Λαμπαδαρίδου – Πόθου που εκδόθηκε το Δεκέμβρη του ’13, με τίτλο «η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι», εμπνευσμένο από τον αντίστοιχο ορφικό στίχο.

Δεν θα μπω στη διαδικασία να μιλήσω για λεπτομέρειες που αφορούν το περιεχόμενο. Κάθε λογοτεχνικό βιβλίο έχει και μια ιστορία, ένα μύθο μέσα από τον οποίο εξυφαίνεται η πλοκή. Ούτως ή άλλως η Λαμπαδαρίδου – Πόθου έχει αποδείξει στο πέρασμα του χρόνου πως ξέρει καλά να υφαίνει την πλοκή μιας ιστορίας.

Εγώ θέλω να σταθώ στην ειδοποιό διαφορά που ξεχωρίζει την τέχνη της Λογοτεχνίας από τις άλλες τέχνες και δεν είναι άλλη από τη γλώσσα. Αν έπρεπε να χρησιμοποιήσω μία μόνο λέξη για να χαρακτηρίσω τη γλώσσα του μυθιστορήματος αυτού, χωρίς δεύτερη σκέψη θα κατέληγα στη ρήση πως η γλώσσα του βιβλίου είναι μαγική. Τεχνίτης του λόγου ικανός η Λαμπαδαρίδου - Πόθου έχει έναν μοναδικό τρόπο να γράφει και να μεταδίδει το κάθε τι μέσα από τη συγγραφική της γλώσσα. Είναι σαν να σου βουτάει το μυαλό μέσα στην ψυχή και να σου δημιουργεί ένα εγκεφαλικό ρίγος ο τρόπος που χρησιμοποιεί τα ελληνικά της, την ώρα που μετατρέπει τον πληροφοριακό χαρακτήρα της γλώσσας σε λόγο λογοτεχνικό. Σπάνια ικανότητα γραφής, άξια προσοχής και μελέτης από φιλολόγους μελετητές της γλώσσας κι από νεώτερους συγγραφείς που μελετώντας τη λογοτεχνική γλωσσική έκφραση της Λαμπαδαρίδου – Πόθου μπορούν να διδαχθούν τι σημαίνει να γράφει κανείς λογοτεχνία. Μαγική λοιπόν η γλώσσα της συγγραφέως, ταξίδι λέξεων οι αναδυόμενες εικόνες της περιγραφής και της αφήγησης, λογοτεχνικός πλούτος αντάξιος της ελληνικής γλώσσας που κατέχει τα πρωτεία στο λογοτεχνικό κόσμο από καταβολής της ανθρώπινης σκέψης.

Η ιστορία ολόκληρου του βιβλίου είναι χτισμένη και προσαρμοσμένη ως προς την εξέλιξη με ένα και μοναδικό σκοπό: να αναδειχθεί η μεταφυσική διάσταση της πραγματικότητας. Θα ήταν λάθος αν σκεφτόμασταν τη διαδοχή των γεγονότων της πλοκής ως μια εξέλιξη της ζωής των ηρώων του έργου και θα πέφταμε έξω αν μπαίναμε στη διαδικασία να προβληματιστούμε εάν το Χ επί παραδείγματι περιστατικό έπρεπε να γίνει έτσι ή αλλιώς. Η συγγραφέας δεν θέλει απλώς να δώσει έμφαση στην εξέλιξη των γεγονότων που συνθέτουν τη ζωή των πρωταγωνιστών, αλλά ακολουθεί έναν άλλο δρόμο παράλληλο μ’ αυτόν που συνηθίζουμε να βλέπουμε, όταν περιγράφουμε ζωές. Η συγγραφέας μας λέει ολοκάθαρα πως ναι μεν υπάρχει αυτό που βλέπουμε και χαρακτηρίζει το φυσικό κόσμο, ωστόσο δίδει τη δυνατότητα στη σκέψη μας να μεταπηδήσει σε μια άλλη θέαση της πραγματικότητας, στο επίπεδο της μεταφυσικής. Κι η Λαμπαδαρίδου - Πόθου μας μεταφέρει με τέτοια μαεστρία στο κοσμικό αυτό επίπεδο, που αφενός μεν μας κόβει την ανάσα την ώρα που διαβάζουμε ορισμένα σημεία, αφετέρου δε μας κατευθύνει να σκεφτούμε -υπό το πρίσμα αυτής της οπτικής- με τρόπο φυσικό και αβίαστο, χωρίς να παριστάνει τον ειδήμονα αυτής της θέασης∙ τουναντίον, μας λέει με σεμνότητα και σεβασμό στους νόμους της φύσης και της ζωής, πως μπορούμε να σκεφτούμε και έτσι. Πως αυτό που δεν βλέπουμε, δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει. Πως δεν υπάρχει μονάχα αυτό που βλέπουμε.

Τα ερωτήματα που ενδεχομένως μας δημιουργούνται δεν απέχουν από τα κλασικά μεταφυσικά ερωτήματα που απασχολούν τη φιλοσοφία αιώνες. Η μεταφυσική ούτως ή άλλως ως κλάδος της φιλοσοφίας επιδιώκει μία συνολική θεώρηση της πραγματικότητας και επιδιώκει να συλλάβει τη βαθύτερη υφή της, πέρα από τα φυσικά φαινόμενα.

Το βιβλίο αυτό έχει πολλές αρετές. Αισθάνεσαι πραγματικά την ανάγκη να πάρεις ένα μολύβι και να υπογραμμίσεις σημεία του, να απομονώσεις φράσεις για να σκεφτείς βαθύτερα πάνω στο ζήτημα του έρωτα και της ανθρώπινης ψυχής. Δεν είναι, άλλωστε, το πρώτο βιβλίο της Λαμπαδαρίδου που μας αποδεικνύει πως η συγγραφέας είναι και άριστος ανατόμος της ψυχής του ανθρώπου. Πραγματικά, χωρίς να υπερβάλλω και χωρίς να θέλω να υποτιμήσω άλλες αξιόλογες λογοτεχνικές δουλειές σημαντικών συγγραφέων των ημερών μας, είχα χρόνια να σκεφτώ τόσο πολύ μέσα από ένα βιβλίο.

Πασχάλης Πράντζιος
φιλόλογος - συγγραφέας
Aναρτήθηκε στις 28 Απρ. 2014
 

 
Η καθηγήτρια στο ΑΠΘ και ποιήτρια Ζωή Σαμαρά παρουσίασε το βιβλίο (με την Καλλιόπη Εξάρχου) στην  Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης,  Μάιος 2014                         
Ορφικά
Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου, Η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι, μυθιστόρημα. Εκδόσεις Πατάκη, 2013, σελίδες 295.

Κάθε φορά που διαβάζω ένα νέο μυθιστόρημα της Μαρίας Λαμπαδαρίδου-Πόθου νιώθω ότι η συγγραφέας έχει την απαράμιλλη ικανότητα να ενεργοποιεί την καλλιτεχνική ευαισθησία του αναγνώστη. Ένα καινούργιο σύμπαν ανοίγει τις πόρτες του ορθάνοιχτες μπροστά μας, ένα σύμπαν όπου τα σημαίνοντα σημαίνουν με όλες τις έννοιες του όρου.
Αρχίζω από το εξώφυλλο. Τίτλος του βιβλίου ένας ορφικός στίχος. Το ποτήρι με το ελιξήριο που θα απαλύνει τη δίψα παραπέμπει στο Άγιον Ποτήριον, καθώς ο δίσκος που το στηρίζει, όχι μονάχα μας θυμίζει δισκοπότηρο, αλλά και σχηματίζει με το ποτήρι ένα σταυρό. Προεικονίζεται επομένως μια ιεροπραξία που μπορεί να οδηγήσει σε ανάταση ψυχών έρμαιων μιας κοινωνίας χωρίς ιδανικά. Όντως, ο ήρωας, ως ψυχαναλυτής, θα φτάσει στα βάθη της ψυχής της ηρωίδας και της δικής του, ενώ η δίψα δεν καίει μόνο τους ήρωες, καίει πάνω απ’ όλα την ελληνική γη, που είναι μάλλον η αφορμή για τη δική μας δίψα. Το αίμα του Άγγλου στρατιώτη, από τα χρόνια της Αντίστασης, ποτίζει το χώμα στο νησί της ηρωίδας, το απελευθερώνει από την αρνητική ενέργεια και συγκεκριμένα την προδοσία. «Η δίψα με καίει», λοιπόν, άρα χρειάζομαι ένα ποτήρι νερό να ξεδιψάσω, να σβήσει η φωτιά: εικόνα και ορφικός στίχος συνομιλούν και αλληλοφορτίζονται με νοήματα. Η στέρηση επενδύεται με όλα τα σύμβολα μιας ιεροτελεστίας.
Επόμενη στάση του ταξιδιού μου το οπισθόφυλλο. Εκεί διαβάζω ότι το βιβλίο μιλά για πάθος αλλά και για νοσταλγία του πάθους. Η γραφή χτίζεται πάνω στη μνήμη. Η δύναμη του πάθους διπλασιάζεται, χάρη στην ανάμνηση βιωμάτων που μάλλον δεν ολοκληρώθηκαν. Έρχεται στο νου μου ένα άλλο βιβλίο της συγγραφέως, το θεατρικό έργο Αντιγόνη. Είναι τυχαίο άραγε ότι το αποκαλεί τραγωδία και νοσταλγία της τραγωδίας; Ένα παιχνίδι παίζεται εδώ. Η νοσταλγία γίνεται ο τόπος όπου οι ήρωες ταξιδεύουν για να φτάσουν στα βάθη του σύμπαντος και να συναντήσουν την ίδια την ψυχή τους. Και τότε, μια άλλη πληροφορία αναδύεται μέσα από το οπισθόφυλλο. Τόπος δεν είναι μονάχα το μυστήριο της αγάπης –το μυστικό και το θαύμα της–, αλλά και οι δρόμοι της νυχτερινής Αθήνας. Θεματική της πεζογράφου που εμπνέεται κατεξοχήν από τη μεταφυσική είναι, στο νέο μυθιστόρημα, οι άστεγοι. Θα δώσουν ένα άλλο πρίσμα στη θέαση της κοινωνίας και θα αναχθούν σε καίρια αλληγορία της ανθρωπότητας.
Από την πρώτη σελίδα του βιβλίου αναδύονται λέξεις που παραπέμπουν σε συμπαντικά φαινόμενα, λέξεις που επαναλαμβάνονται και θυμίζουν συνεχώς τη δίψα του τίτλου: νερό, βροχή, κύματα, μεταξύ άλλων. Και τα επίθετα: υγρός, υδάτινος, νερένιος. Τίτλος του πρώτου κεφαλαίου: «Εγώ, η Αλέξια», όπου το «εγώ» δεν είναι εγωκεντρικό. Είναι ξανά τόπος, η σκηνή της ψυχανάλυσης που διατρέχει όλο το μυθιστόρημα. Το όνομα «Αλέξια» προδίδει τη μεγάλη αγάπη της συγγραφέως για το Βυζάντιο.
«Ανασηκώνεται πάνω στο ανάκλιντρο της ψυχανάλυσης η Αλέξια» (11). Η αφήγηση αρχίζει με τη θεματική της απόρριψης. Την ηρωίδα σώζει ο ψυχίατρος, ο Έκτωρ, σώζοντας μαζί τον εαυτό του. Αυτός ο Έκτωρ θα μπορούσε κάλλιστα να σώσει και την Τροία, ακόμη και αν είχε απέναντί του τους θεούς των Ελλήνων. Κατέχει το μεγάλο μυστικό να ενώνει το καθάρειο υγρό στοιχείο με το αέρινο και το γήινο του βουνού. Κυρίως, ενώνει δύο αντικρουόμενες έννοιες για πολλούς: την επιστήμη και τη φαντασία. Η ψυχή, στα δικά του χέρια, είναι αντικείμενο της επιστήμης του αλλά και της μεταφυσικής. Ακούει τη φωνή της ηρωίδας και σκέφτεται: «Ο ήχος της φωνής της έμοιαζε με ήχο νερού που κυλούσε πάνω σε άσπρες καθαρές πέτρες. Και τον ταξίδευε στα τρεχούμενα νερά του χωριού του» (11). «Ένας ήχος υδάτινος», θα σκεφτεί ξανά προς το τέλος της αφήγησης (287). Μέσα από το παιχνίδι κυριολεξία/μεταφορά, ταυτίζει την ηρωίδα με τον πιο ιερό τόπο, το χωριό του, το χωριό των γονιών που έφυγαν πρόωρα. «Ήταν από εκείνους τους ρομαντικούς που πίστευαν στην αξία του τόπου», σχολιάζει η συγγραφέας (13). Το βουνό ενώνει τα αρχέγονα στοιχεία, ο ψυχαναλυτής διαφορετικές πλευρές της ψυχής του, και ψυχαναλύεται ο ίδιος. Αυτό συμβαίνει όταν ακούει τη φωνή της Αλέξιας, που ξυπνά μέσα του ηχητικές εικόνες από την ιδιαίτερη πατρίδα του, την Ήπειρο.
Το σπίτι του Έκτορα στην Αθήνα είναι διώροφο. Ο κάτω όροφος το ιατρείο, η επαγγελματική του ζωή, και ο επάνω η κατοικία του. Η Λαμπαδαρίδου παρατηρεί: «ανέβαινε στον επάνω όροφο να συνεχίσει τη δική του ζωή» (13). Κάθετη, ανοδική κίνηση. Το σπίτι γίνεται άξονας και συνδέει τη γη με τον ουρανό. Η Αλέξια, αντιθέτως, ακολουθεί μια οριζόντια κίνηση, ο σταυρός του εξωφύλλου ολοκληρώνεται. Έχει αναλάβει «ένα ρεπορτάζ για τους άστεγους […]. Και σκεφτόταν πως κάπου τους έμοιαζε. Πως ίσως γι’ αυτό δέχτηκε» (27). Είναι η ιερή στιγμή που ο τόπος ταυτίζεται με το εγώ. Άστεγος είναι αυτός που έχει χάσει το σπίτι του, το χέλυο που προστατεύει την τρομαγμένη χελώνα που κρύβει μέσα του, την αόρατη, ακόμη και στα δικά του μάτια, ταυτότητά του. «Η συνέχεια του εαυτού μας είναι ο χώρος όπου ζούμε, έλεγε [ο Έκτωρ]» (252). Η Αλέξια ταυτίζεται με τους άστεγους: η συνέχεια του εαυτού της είναι η ερημωμένη πρωτεύουσα. Γι’ αυτό το λόγο, και όχι γιατί την πρόδωσε ένας ανάξιος εραστής, θα χρειαστεί το ανάκλιντρο της ψυχανάλυσης, την επανασύνδεση με το νησί της και την επακόλουθη συνάντησή της με το αυλάκι αίματος στο βάλτο, για να την επαναφέρουν στη ζωή. Προφανώς μόνο αν επιστρέψεις στις ρίζες σου, στο χώρο και το χρόνο, θα ανακαλύψεις το μυστικό που θα σε σώσει.
Η θέαση του αθέατου σε ένα ομολογουμένως κοινωνικό μυθιστόρημα αποκτά ιαματικές ιδιότητες, η μεταφυσική γίνεται η άλλη όψη της ψυχανάλυσης (211). Ανάγεται επίσης σε αναζήτηση μιας άλλης αλήθειας, κρυμμένης βαθιά μέσα στην ψυχή, με τις δύο έννοιες της λέξης. Όπως τα νερά που είναι μυημένα, «νερά ζωντανά που κουβαλούν τις μνήμες άλλων καιρών» (220), μας οδηγούν στα μυστικά της ζωής. Η Αλέξια θα πει στον Έκτορα: «εσύ με πήγες στα καθαρά νερά του χωριού σου… Εγώ θα σε πάω στον δρόμο της φεγγαρόπετρας…» (281), παιχνίδι ξανά κυριολεξίας και μεταφοράς. Αυτές οι σκέψεις εμπνέουν στη συγγραφέα μας μια ουσιαστική εικόνα για την πυκνότητα της ποιητικής γραφής, όταν ανάμεσα στις αναζητήσεις της, στο μυθιστόρημα, ανακαλύπτει τη «σταγόνα που περιέχει όλα τα ποτάμια» (221).
Το ταξίδι στο νησί της βοηθά την Αλέξια να ερμηνεύσει τη ζωή της, την Ιστορία, τη ζωή του παππού της, που είναι κομμάτι της Ιστορίας, καθώς ήταν αντιστασιακός στα εννέα του χρόνια. Το κόκκινο αυλάκι που αφήνει πίσω του το φάντασμα του βάλτου γίνεται η ψυχή της και η ψυχή των αστέγων στους δρόμους της Αθήνας. Και τότε όλα τα γεγονότα και όλα τα πράγματα ανάγονται σε σύμβολα, αποκτούν πλέον πολλαπλές διαστάσεις.
Στην τελευταία συνεδρία ο ψυχίατρος «Έφερε μια γυάλινη κανάτα με νερό. Διψούσαν και οι δύο τώρα» (238). Και τότε αντιλαμβανόμαστε ότι το μυθιστόρημα ήταν η διαδρομή του νερού της πόλης που αναζητούσε, στα βουνά της Ηπείρου και στα νησιά του Αιγαίου, την αρχέγονη καθαρότητά του, ενώ έφερνε στην επιφάνεια όλο και περισσότερο τη δίψα για ανυπόκριτο έρωτα και αυθεντική ζωή. Ήταν ωστόσο και η διαδρομή στους σκοτεινούς δρόμους που κρύβουν συνάμα τρόμο και ανθρώπινη αλληλεγγύη. Κεντημένο γύρω από τον ορφικό στίχο, το μυθιστόρημα μάς προσκαλεί να μοιραστούμε τη δίψα των ηρώων, να μεταλάβουμε από το Άγιον Ποτήριον, να μεθύσουμε με το νερό της πιο κρυστάλλινης και πιο αέρινης πηγής. Η Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου δείχνει το δρόμο για τη νερένια ύπαρξη που κρύβουμε μέσα μας.





Η Καλλιόπη Εξάρχου καθηγήτρια στο ΑΠΘ και ποιήτρια παρουσίασε το μυθιστόρημα στην  Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, Μάιο 2014 - μαζί με την ποιήτρια Ζωή   σαμαρά.


Διεθνής ‘Έκθεση Βιβλίου  10 Μαίου 2014
(Καθηγήτρια στο Αριστοτέλειο)
                            
Το νέο μυθιστόρημα της Μαρίας Λαμπαδαρίδου-Πόθου Η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι, στις εκδόσεις Πατάκη είναι μια ευαίσθητη και στοχαστική ματιά στη ζωή, στη χαρά και στο πένθος της, με φόντο τους ταραγμένους καιρούς που διάγουμε.

Αναγνωρίσιμη και εξόχως ελκυστική η γραφή της Μ. Λαμπαδαρίδου-Πόθου, μας οδηγεί με τρυφερή μελαγχολία στους δρόμους που γνωρίζει πολύ καλά. Πρόκειται για εντόσθια και ως τούτου δύσβατα μονοπάτια όπου κάθε ανίχνευση σκιών γίνεται με δίψα που καίει άπαντες.  Η Λαμπαδαρίδου, κάτω από τον αστερισμό της εσωτερικότητας, προοικονομεί από τον τίτλο-ορφικό στίχο του μυθιστορήματος της την ανάδυση της ποιητικότητας που διατρέχει σαν Ιερός Ποταμός τον λόγο της.

Με έναν έρωτα ματαιωμένο ως αιτία και αναγκαιότητα για κατάδυση ψυχής, η Λαμπαδαρίδου χτίζει την ιστορία δυο κεντρικών ηρώων, μιας νέας  γυναίκας, της Αλέξιας, και ενός ψυχιάτρου, του Έκτορα, που την παρακολουθεί. Η συγγραφέας, δεινή αφηγήτρια, γνωρίζει πολύ καλά την τέχνη της μυθιστορηματικής δομής που επιτρέπει στον αναγνώστη να της αφεθεί με εμπιστοσύνη αλλά και εγρήγορση. Με αρωγό τις συνεχείς επιστροφές στις προσωπικές μνήμες καθώς και στους αναστοχασμούς του κάθε ήρωα, εξυφαίνει με μαεστρία τη συνδιαλλαγή παρελθόντος και παρόντος, διοχετεύοντας ταυτόχρονα την πλοκή εκεί που χωροχρονικά συναντιέται με το Σύμπαν.

Η Λαμπαδαρίδου είναι ο γραφέας-μύστης που αγωνιά να ανιχνεύσει το νόημα της ύπαρξης. Είναι σφυρηλατημένος ο σύνδεσμός της με το πέραν του ορίζοντα. Έχει αναπτύξει μαζί του σχέσεις βαθιάς εμπιστοσύνης. Τα ύδατα που προρρέουν εντός της είναι η ευεργεσία της δημιουργίας της. Στις όχθες τους γίνονται οι ακριβές συναναστροφές της ζωής και των μυστηρίων της. Ας πούμε του Έρωτα, ο οποίος στο μυθιστόρημα αυτό γίνεται εύφορη γη αναζητήσεων. Γύρω του ωριμάζουν σκέψεις, συναισθήματα, εντάσεις, υφέσεις, μια ρευστότητα, με άλλα λόγια, ανθρωπινότητας που κάνει τον ευπαθή κύκλο της.

Και πάντα υπό το φως της ασέληνης νύχτας που διαυγάζει και προσκαλεί σε επ-αναστάσεις.  Η πένα της Λαμπαδαρίδου, διαρκής υπόμνηση της Ποίησης που την διασχίζει, κρύβει αποκαλύπτοντας και αποκαλύπτει κρύβοντας. Πρόκειται για ένα παιγνίδι φιλέρευνο και γοητευτικό που δεν αφήνει ασυγκίνητο τον αναγνώστη του. Ανάμεσα σε ρωγμές και απώλειες, όπου συντελείται το θαύμα, οι ήρωες του μυθιστορήματος απαθανατίζουν τα φαντάσματα του βίου τους με σκοπό να διαλύσουν μια για πάντα τα σκοτάδια του.  Έτσι, διεκπεραιώνεται εν πλήρη μυσταγωγία η ανασύσταση των ψυχών και σωμάτων τους, σχεδιασμένη με τον εντελέστερο τρόπο.

Η συχνή αναγωγή της Λαμπαδαρίδου, δια στόματος των προσώπων της, σε επιλεγμένα κείμενα των λογοτεχνικών της αποσκευών, δημιουργεί μια αδιάσπαστη κίνηση στις γραμμές του χρόνου, χαράσσοντας νέες εξακτινώσεις στοχασμών στον αποδέκτη της. Όσο για τον τόπο, ακολουθεί και αυτός τη συνεχή ροή του χρόνου για να περιβάλλει επιτυχώς τα φλέγοντα σημεία του μύθου.

Η Λαμπαδαρίδου έχει το ταλέντο της σύνδεσης του προσωπικού δράματος με το συλλογικό. Και για αυτό ματώνει η πένα της. «Η λουρίδα αίματος»  που κυλάει στη μνήμη των ηρώων της είναι οι ρανίδες αίματος μιας γραφής στο όνομα του Ανθρώπου. Χάρη σ’ αυτή  τη μεγαλοψυχία της πένας της, η συγγραφέας σταυρώνεται κάθε φορά που η  «λάμψη» την καθιστά ευδαίμονα ποιήτρια. Χάρη σ’ αυτήν την προνομιούχα κατάσταση, όπου αντιλαμβάνομαι ότι γίνεται η σύλληψη των έργων της, εγγράφεται το λογοτεχνικό της πεπρωμένο. Χάρη στην ενδοσκόπηση ως συνέπειας του ζόφου, επέρχεται τόσο η προσωπική της λύτρωση όσο και των ηρώων της. Είναι παράλληλοι οι βίοι γραφέα και προσώπων. Ή καλύτερα είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Και η Λαμπαδαρίδου γνωρίζει πολύ καλά πώς να αποκαθαίρει εαυτόν και ήρωες, διαβαίνοντας, δίχως άλλο, με οδύνη τα δυσπρόσιτα περάσματα των δαιμόνων τους.

Το πένθος, στοιχείο εξέχον, συμμετέχει ως σημαίνουσα κατάσταση για να προσεγγίσει την ανθρωπινότητα των προσώπων της, πάντα με στόχο απώτερο τη συνάντησή τους με τον Άλλον, με τον κόσμο. Και δεν πρόκειται μόνο για πένθος του πνεύματος, αλλά ταυτόχρονα και του σώματος. Τα σώματα στη γραφή της Λαμπαδαρίδου κάθε άλλο παρά αμέτοχα είναι στον τρόμο της ζωής. Και ακριβώς αυτά τα έκπτωτα σώματα τα γεμάτα πληγές, έξω και μέσα, καθιστούν ανάγλυφη  την ευαλωτότητά τους.

Αναγιγνώσκοντας το βιβλίο αυτό της Μαρίας Λαμπαδαρίδου, διαπιστώνω  για άλλη μια φορά πόσο ανεξάντλητες είναι οι απορίες μας απέναντι στην Ύπαρξή μας.  Η συγγραφέας τις θέτει συνεχώς στο χαρτί πριν οδηγήσει τους ήρωές της σε δράση. Και είναι εκείνη η μετάβαση από το σκοτάδι στο φως που δεν αφήνει σε ησυχία κανέναν. Μια πάλη εσωτερικής ιστορίας που η Λαμπαδαρίδου προκρίνει στο μυθιστόρημά της για να διαπραγματευτεί στη συνέχεια την εξωτερική ιστορία.

Στο μυθιστόρημα αυτό η Λαμπαδαρίδου  ανασταίνει θαμμένες ζωές, ανασυσταίνει απωλεσθείσες μνήμες με στόχο πάντα να βρει την ανταπόκριση που θα καταστήσει την πολιτεία του λόγου της πανανθρώπινη εν μέσω πολυμερών θραυσμάτων και θαυμάτων.