μοτο

Γράφω γιατί έτσι μόνο μπορώ να υπάρχω. Έτσι μόνο να αναζητώ τη διαίσθηση μου για τον κόσμο και για την ύπαρξη.
Να συνειδητοποιώ την κάθε στιγμή που ζώ για να βρω το ουσιώδες που κρύβει, να το μεταποιήσω σε ποίηση, σε ομορφιά.
Την ομορφιά αναζητώ γράφοντας, το χαμένο ιερό της ψυχής.
Κι όταν ακόμα μιλώ για τον φόβο ή τη σκληρότητα, την ομορφιά αναζητάει η ψυχή μέσα στη δικαιοσύνη και την υπέρβαση.

Να γι’ αυτό έγραψα όσα έγραψα, για να πλουτίσω την ψυχή μου.

Να δω λίγο πιο πέρα αυτό που δεν φαίνεται.

Την άλλη αλήθεια.


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΒΑΛΤΟΥ

          Νέο μυθιστόρημα 2014
Ένα ξεχασμένο ημερολόγιο και ο Χρόνος. Ένα παιδί, ο Μιχελής, που καταφέρνει να σώσει το έργο της αντικατασκοπείας. 
Ένας Άγγλος αξιωματικός που σκοτώνεται, όμως εξακολουθεί να είναι παρών. 

H Δήμητρα που έχει εμπλακεί με πάθος και ζητά να λύσει το αίνιγμα.


Η υπερφυσική δύναμη μιας κεχριμπαρένιας μπάλας θα τη βοηθήσει να μπει στα μυστικά του χρόνου.

Θα τη φέρει στην ίδια παράλληλο με τα γεγονότα εκείνα και, λειτουργώντας σαν μια άγνωστη τεχνολογία, θα την οδηγήσει στους ίδιους δρόμους, στα ίδια περιστατικά που θα διαδραματιστούν μπρος στα έκπληκτα μάτια της, έτσι ακατέργαστα όπως τα γέννησε ο χρόνος, η ματωμένη εκείνη ώρα.

Γιατί ό,τι έχει υπάρξει, υπάρχει στον χρόνο.

Ο χώρος συμμετέχει ενεργά στο μυθιστόρημα με όλη την άγνωστη δύναμή του.
Και η ηρωίδα χρησιμοποιεί το μαγικό στοιχείο που κρύβει για να βρει το νόημα μιας άλλης αλήθειας, μιας άλλης δικαιοσύνης.
Γιατί η γνώση είναι δύναμη.
Συνέντευξη με το φάντασμα του βάλτου” είναι μια ιστορία πέρα για πέρα αληθινή και μαζί φανταστική, όπως η ίδια η ζωή. Μιλά για το σκοτεινό μυστήριο του θανάτου και για το ανεξιχνίαστο της ζωής, έτσι που να μπορέσει μονάχος ο αναγνώστης να περπατήσει τα μονοπάτια της ομίχλης και να βγει δυνατός. Μονάχος να φτάσει στη θέαση του Σμαράγδινου Φωτός που είναι η γνώση και η θέαση του Αθέατου κόσμου. 

"ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΧΑΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΥΠΑΡΞΕΙ"
Γράφει η συγγραφέας Λίτσα Ψαραύτη
για το βιβλίο της Μαρίας Λαμπαδαρίδου Πόθου «Συνέντευξη με το φάντασμα του βάλτου» :

«Ξεκίνησα από νωρίς. Ήθελα να βρω ακριβώς το μονοπάτι, όπως ακριβώς μου το περιέγραψε. Και ήταν αυτό που διασχίζει το ματωμένο βάλτο. Μου κίνησε την περιέργεια. Κανείς δεν ήξερε γιατί λεγόταν “ματωμένος βάλτος” η περιοχή. Και έψαξα στο κρυφό τετράδιο του παππού, αυτό που μου εμπιστεύτηκε στα δεκατρία μου χρόνια. Από τότε ψάχνω να λύσω το αίνιγμα.»
Έτσι αρχίσει το τελευταίο βιβλίο της η γνωστή και πολυβραβευμένη συγγραφέας, «το πιο τρυφερό, το πιο ευάλωτο μεταφυσικά, το πιο κοντά στην αλήθεια την άλλη, την αθέατη, στη γνώση την άλλη που διαλύει το σκοτάδι και σε κάνει να νιώθεις δυνατός,» γράφει η ίδια η συγγραφέας σε μια συνέντευξή της. Και συνεχίζει: «Μοιάζει με τα παράθυρα που ανοίγουν οι άγιοι και οι μάρτυρες για να μπορούμε να επικοινωνούμε με αυτό που δεν φαίνεται».
Και αυτό που «δεν φαίνεται» απασχολεί τη συγγραφέα όπως διαπιστώνει και ο αναγνώστης. Και μας δίνει ένα απέραντα τρυφερό και μαζί δυνατό μυθιστόρημα, από τα λίγα που κυκλοφορούν, που το στηρίζει στη σαγήνη του υπερφυσικού κόσμου, σε αυτή τη κρυμμένη μέσα στα μόρια της ύλης μαγεία έτσι που η φαντασία να προσεγγίζει τη μαγική πραγματικότητα της σύγχρονης τεχνολογίας.
Ολόκληρο το μυθιστόρημα στηρίζεται στη δύναμη μιας κεχριμπαρένιας μπάλας που λειτουργεί με δυνάμεις άγνωστες, δυνάμεις μαγικές και μας φέρνει σε τόπους και γεγονότα χαμένα μέσα στο χρόνο, που όμως είναι ζωντανά, έτσι όπως τα γέννησε ο χρόνος, η καταργημένη εκείνη στιγμή, γιατί όπως λέει η συγγραφέας «τίποτα δεν χάνεται από αυτό που έχει υπάρξει».
Το φάντασμα του βάλτου δεν είναι παρά ένας ερωτευμένος στρατιώτης που προδομένος σκοτώνεται σε μια αποστολή, όμως εξακολουθεί να είναι παρών και να συμμετέχει στα γεγονότα. Πρόκειται για μια ιστορία πέρα για πέρα αληθινή και μαζί φανταστική. Κάποια από τα πρόσωπα της ιστορίας είναι πραγματικά, όπως ο μικρός Μιχελής που κατάφερε στα εννιά του χρόνια να σώσει το έργο της αντικατασκοπείας στη γερμανική κατοχή. Και ο ερωτευμένος στρατιώτης που «του στέρησαν την άνοιξη» και τη χρυσαφένια Δήμητρα που αγαπούσε.
Διαβάζουμε στη σελίδα 48 του βιβλίου. «Τόσο πολύ ήθελα να μάθω αν ο Άντριου ήταν ερωτευμένος με τη Δήμητρα, που έμεινα λίγο ακόμα στο υπόγειο, πριν αφήσω από τα χέρια μου το τετράδιο του Μιχελή. Ένας Άγγλος κατάσκοπος που η ζωή του κινδύνευε στην κάθε στιγμή και μια όμορφη Ελληνίδα νηπιαγωγός τι θα μπορούσαν να ονειρευτούν άραγε! Θυμάμαι όταν είχα δει το χέρι του Άντριου πάνω στο σιδερένιο τραπεζάκι και αναρωτήθηκα αν αυτό το ευγενικό χέρι άγγιξε ποτέ ερωτευμένο κάποιο άλλο χέρι. Και να! Τώρα ξέρω, λέω. Και μένω μια στιγμή ακόμα, να δω το χέρι του πάνω στα μαλλιά της. Δεν μιλάνε. Η αγάπη η αληθινή δεν έχει ανάγκη από τα λόγια. Μέσα σ’ αυτό το άγγιγμα είναι όλη η ψυχή».
Φοιτήτρια της δημοσιογραφίας είναι η ηρωίδα της συγγραφέως, ένα σύγχρονο ανήσυχο κορίτσι. Παγιδεύεται από ένα ημερολόγιο που της άφησε ο παππούς της Μιχελής, γοητεύεται από όσα παράξενα της γράφει, και με πάθος αποφασίζει να ξεδιαλύνει αυτή την παράξενη ιστορία όπου ένα φάντασμα παίζει τον πρωταρχικό ρόλο. Αυτό που την περιμένει κιόλας στα μονοπάτια του βάλτου γιατί, όπως θα πει σε λίγο «είναι το πιο πολύτιμο πλάσμα που άφησε στον κόσμο».
Έτσι η ηρωίδα αποκαλύπτοντας την ίδια την ιστορία του ημερολογίου, μαθαίνει τη δική της ταυτότητα, ποιος ήταν ο σκοτωμένος στρατιώτης και γιατί την κουκούλωσαν την ιστορία αυτή να μη μαθευτεί η αλήθεια. Όμως η αλήθεια πάντα οδηγεί σε ένα δικό της φως. Και ο έρημος βάλτος γεμίζει από την τρυφερή φωνή εκείνων που κάποτε αγάπησαν μα δεν πρόφτασαν να ζήσουν την αγάπη τους.
Διαβάζουμε στη σελ. 127: «Από τα δεκατρία μου το έχω το τετράδιο του παππού στα χέρια μου, όμως φοβόμουν να λαβώσω την ψυχή μου. Διάβαζα μόνο βιαστικά κάποιες σελίδες κι ευθύς το έκρυβα. Όμως τώρα ξέρω. Πόνεσα και τρόμαξα. Και η λαβωμένη μου ψυχή έγινε πιο όμορφη και πιο ανθρώπινη. Πλάτυνε η ψυχή μου, ο πόνος μας ωριμάζει, μας ομορφαίνει. Μας μαθαίνει να βάζουμε κι εμείς το δικό μας ελάχιστο λιθαράκι στις μεγάλες έννοιες που λέγονται ανθρώπινη ζωή και ειρήνη και δικαιοσύνη, Και ξέρω ακόμα πως η ψυχή μου θα πενθεί για πάντα τη Δήμητρα κι εσένα, Άντριου, και, μέσα από εσάς τους δυο, όλους εκείνους που δεν τους πένθησε κανείς, που δεν τους έκλαψε κανείς».
Η συγγραφέας με το βιβλίο της κατάφερε να δημιουργήσει μια συμφιλίωση με τον αθέατο κόσμο, και μια τρυφερή επικοινωνία. Ξεπλένει τα σκοτάδια του παρελθόντος με μεταξένιο φως και κάνει υπαρκτά και αγαπημένα αυτά που νομίζουμε ανύπαρκτα, έτσι που στο τέλος μένεις με μια δυνατή αίσθηση ομορφιάς και γνώσης, με μια επιθυμία να μην τελειώσει η μαγεία που έζησες διαβάζοντας το βιβλίο, να ανακαλύψεις κι άλλες αλήθειες από το μυστήριο της ζωής. Είναι από τα πιο συναρπαστικά μυθιστορήματα που έχω διαβάσει για νέους αλλά και για μεγάλους, τα πρόσωπα σφύζουν από τρυφερότητα, υπάρχει αγάπη, θυσία, φως, και ο λόγος κυλά μεταξένιος στα μονοπάτια της ομίχλης. Και με αυτή τη μαγική γραφή της ανοίγει στην ψυχή τα μονοπάτια εκείνα που οδηγούν στην «άλλη αλήθεια», όπως τη λέει, στην άλλη «γνώση», αυτή που ελευθερώνει το πνεύμα και σε μυεί σε ένα κόσμο ομορφιάς.


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΒΑΛΤΟΥ, παρουσίαση του βιβλίου από την Ελένη Χωρεάνθη στο diastixo, δημοσιεύτηκε 03 Νοεμβρίου 2014
Εις μνήμην Μ.Π.

Πολυγραφότατη και πολυφωνική, δεν παραλείπει να μας ξαφνιάζει κάθε φορά με ποιητικές, μυθιστορηματικές και δοκιμιακές εκπλήξεις, η καταξιωμένη συγγραφέας Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου, κρατώντας αδιάλειπτη επαφή με το ευρύ αναγνωστικό κοινό της. Πιο πρόσφατη παρουσία της κάνει με ένα αλλιώτικο, αλλά όχι και τόσο αλλιώτικο..., μυθιστόρημα γιατί τη γραφή της πάντα τη διακρίνει η ποιητική χροιά και η μεταφυσική μεταφορά και αναφορά.
Το θέμα του καινούργιου της βιβλίου είναι μια συνέντευξη με συγκεκριμένο φάντασμα, «με το φάντασμα του βάλτου». Μην πάει ο νους κανενός στο αφανέρωτο και «ξενέρωτο» φάντασμα του Βορρά. Πρόκειται για ευφυές φάντασμα που δίνει... συνέντευξη!
Οπωσδήποτε, το να κάνεις «Συνέντευξη με το φάντασμα του βάλτου», με ένα φάντασμα τέλος πάντων, έχει ιδιαίτερη σημασία και χρειάζονται κότσια για να καταφέρεις να το πλησιάσεις και να του την πάρεις! Πρέπει να έχεις περπατήσει πολλές νύχτες με φεγγάρι κι άφωτες νύχτες σε απέραντες ερήμους αναζήτησης, χίλιες φορές να βουτήξεις στον «ιερό ποταμό» κι άλλες τόσες να αναδυθείς, πολλές ώρες να περιμένεις με αγωνία την κατάλληλη στιγμή να γίνει το αναμενόμενο συναπάντημα, να έχεις κάνει πολλά ταξίδια στο επέκεινα, στον χώρο του άλλου κόσμου, του νοητού, να μπεις σε άλλη διάσταση και να διαθέτεις το μαγικό στοιχείο που οδηγεί στον χώρο του αμίλητου. Να έχεις στο ενεργητικό σου τις κατακτήσεις που η πολυγραφότατη ποιήτρια Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου τις έχει συσσωρευμένες στις συγγραφικές αποσκευές και είναι οι καρποί των κόπων ατελεύτητης μελέτης και πνευματικής δημιουργίας, σημαντική προσφορά στα νεοελληνικά γράμματα. Η γόνιμη και αδιάλειπτη παρουσία της καλύπτει μια μακρά χρονική περίοδο, ολόκληρη ζωή.
Με τη Συνέντευξη με το φάντασμα του βάλτου, το ολοκαίνουργο, τρυφερό, καλογραμμένο, ευφάνταστο «νεανικό μυθιστόρημα», που το εξώφυλλό του, διά χειρός Έφης Λαδιά, κοσμεί ένα χαρακτηριστικό έργο άλλης εποχής που υπήρχαν φαντάσματα, προτού τα αφανίσει ο ρεαλισμός, η λογικοκρατία, η ερμηνεία των μύθων και η επικράτηση της πληροφορικής κυρίως με την παντοδυναμία της επιβολής της, και προσεγμένη ποιητική, ποιοτική, δυναμική εσωτερική γραφή, η Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου ολοκληρώνει έναν αρκετά ευρύ κύκλο σημαντικών μυθιστορημάτων στα οποία την απασχολεί σοβαρά και αδιαλείπτως το υπαρξιακό πρόβλημα, η μεταφυσική πραγματικότητα, οι διαπροσωπικές και οι διανθρώπινες σχέσεις.
Όπως συνήθως, έτσι κι εδώ, μέσω της ηρωίδας της, κινείται πάνω σε πολλές συντεταγμένες και παραμέτρους για την κατάκτηση της απόλυτης γνώσης με την ανακάλυψη και αποκάλυψη «του νοήματος μιας άλλης αλήθειας, μιας άλλης δικαιοσύνης», μιας άλλης, συμπληρώνω, πραγματικότητας, διαισθανόμενη τον παλμό και τον στοχασμό της ευφάνταστης και δυναμικής συγγραφέως.
Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα αξιώσεων σε επιμελημένη και πολύ όμορφη έκδοση.

                                                                 **********

Η ποιήτρια καθηγήτρια στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, Μαρία Λιτσαρδάκη, έγραψε για τη "Συνένρευξη με το φάντασμα του βάλτου":

Αγαπημένη μου Μαρία, μιλούσες για το "Φάντασμα του βάλτου" και μου έλεγες ότι είναι ένα παραμύθι για μικρούς και...μεγάλους. Ναι, με παραμύθι μοιάζει, γιατί, όπως και στα παραμύθια, το υπερφυσικό συνυπάρχει με το πραγματικό. Με μια διαφορά εδώ: ενώ στα παραμύθια το υπερφυσικό έρχεται και παρεμβαίνει στο πραγματικό, το βιβλίο σου οδηγεί από το π...ραγματικό στο υπερφυσικό. Όπως λες, "κάποια πράγματα τα δεχόμαστε σαν αξιώματα, δεν έχουν εξήγηση. Όπως η ίδια η ζωή". Η μαγευτική κεχριμπαρένια μπάλα του βιβλίου σου είναι τελικά η ίδια η λογοτεχνική γραφή και κατά κύριο λόγο η δική σου γραφή: αυτή που ξέρει να συμπλέκει το παρόν με το παρελθόν και να μας κάνει να το βιώνουμε έντονα, που μας πηγαίνει από τον πραγματικό στον υπερβατικό χρόνο, που συλλαμβάνει το ασύλληπτο, ζωντανεύει μνήμες και πρόσωπα, ενεργοποιεί καταστάσεις και τελικά δίνει αυτές τις άλλες διαστάσεις, που δεν φανταζόμασταν, στην πραγματικότητα που βιώνουμε, δίνοντας την ελπίδα της άλλης γνώσης και ερμηνείας της ζωής. Να είσαι πάντα καλά!

Αναρτήθηκε 17 Ιουλίου 2014





Ένα μικρό βιβλίο της ψυχής»

Η Μαρία Λαμπαδαρίδου Πόθου μιλά για το νέο της βιβλίο
«Συνέντευξη με το φάντασμα του βάλτου»

στην Αναστασία Σπυριδάκη


«Η πολυβραβευμένη, Λημνιά στην καταγωγή, συγγραφέας Μαρία Λαμπαδαρίδου Πόθου μιλά στο «Λημνιακό Λόγο» για το νέο της μυθιστόρημα, «Συνέντευξη με το φάντασμα του βάλτου», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Πατάκη». Το μυθιστόρημα είναι μια συμφιλίωση με τον αθέατο κόσμο, που επιχειρείται μέσω της σαγήνης του υπερφυσικού, για να μπορέσει μόνος του ο αναγνώστης να φτάσει στη δική του αλήθεια. Όμως, στη συνέντευξη η Μαρία Λαμπαδαρίδου Πόθου αναφέρεται και στη σχέση της με τη Λήμνο, που όπως τονίζει ισοδυναμεί με «μια βιωματική κατάσταση, μεταφυσική θα την έλεγα, υποστασιακή», και πώς αυτή η σχέση έχει επηρεάσει το συγγραφικό της έργο.

Η Λημνιά συγγραφέας γεννήθηκε στη Μύρινα Λήμνου. Είναι πτυχιούχος της Παντείου και της Σορβόνης, όπου, με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης, σπούδασε θέατρο.

Έχει εκδώσει δεκάδες βιβλία – ποίηση, μυθιστορήματα, διηγήματα, δοκίμιο. Επίσης, έχει γράψει θέατρο. Θεατρικά της έργα έχουν παιχτεί στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Βιβλία της έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί στα γαλλικά, σουηδικά και αγγλικά και διδάσκονται σε πανεπιστήμια της Ελλάδας και του εξωτερικού. Έχει τιμηθεί με τα βραβεία: Του Ιδρύματος Ουράνη το 1995 για το μυθιστόρημα «Με τη Λάμπα θυέλλης», της Ακαδημίας Αθηνών το 1987 για το μυθιστόρημα «Η Μαρούλα της Λήμνου», της Ομάδας των Δώδεκα για το σύνολο του έργου της. Η ποιητική της συλλογή «Μυστικό Πέρασμα» προτάθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού για το Αριστείο της Ευρώπης το 1991. Πέντε διδακτορικές εργασίες έχουν γίνει πάνω στα βιβλία της. Συνεργάζεται με ημερήσιες εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά.

Όλο αυτό το τεράστιο έργο αφιερώνεται και εμπνέεται από την ιδιαίτερη πατρίδα της, τη Λήμνο».

Ένα νέο βιβλίο ήρθε πριν λίγες μέρες να προστεθεί στο πλούσιο συγγραφικό σας έργο. Πώς αλήθεια είναι να παίρνεις «Συνέντευξη με το φάντασμα του βάλτου»;

Είναι κάποια πράγματα που δεν περιγράφονται, βιώνονται μόνο. Αυτό το μικρό μυθιστόρημα έχει μέσα του όλα όσα πιστεύω για τη ζωή και για το θάνατο, για το άδικο που πάντα περισσεύει, για την αγάπη και για τη θυσία.

Το “φάντασμα” του βάλτου δεν είναι παρά ένας ερωτευμένος αξιωματικός της αντικατασκοπείας στην Κατοχή που, ενώ σκοτώνεται, εξακολουθεί να είναι παρών και να κινεί τα νήματα της ιστορίας. Θέλει να μάθει γιατί πέθανε και γιατί έχασε την αγαπημένη του. Και, με τη γνώση της άλλης διάστασης που κατέχει πια, θέλει να μάθει γιατί ο κόσμος είναι πάντα βουτηγμένος στο αίμα του αθώου και τι σημαίνει η διακήρυξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Είναι τρυφερός και ευγενικός, είναι ματωμένος και προδομένος, είναι ένα πλάσμα λουσμένο σε κεχριμπαρένιο φως, που αντιπροσωπεύει ολόκληρο τον αθέατο κόσμο, αυτόν τον τόσο κοντά μας αλλά και τόσο μακριά. Το «αθέατο» ήθελα να δώσω με το μικρό μου αυτό μυθιστόρημα. Να ανοίξω έναν δρόμο συμφιλίωσης με εκείνο που δεν φαίνεται αλλά και που εξουσιάζει τη ζωή μας. Είναι ένα ταξίδι γνώσης που σε μυεί σε μιαν άλλη αλήθεια της ζωής πιο φωτεινή και πιο δίκαιη – ή αυτό ήθελα να δώσω.

Ο τίτλος του βιβλίου προετοιμάζει τον αναγνώστη γι’ αυτό το ταξίδι που λέτε και που κινείται σ’ έναν κόσμο ανάμεσα στο φυσικό και το μεταφυσικό, στο όνειρο και την πραγματικότητα. Εσείς πώς θα το χαρακτηρίζατε;


Ένα μικρό βιβλίο της ψυχής. Όταν ο λόγος βγαίνει από την ψυχή, δεν έχει ανάγκη από χαρακτηρισμούς. Υπάρχει με τη δύναμη της μαγείας του – αν διαθέτει μαγεία. Κι εγώ νομίζω πως το κεχριμπαρένιο μου αυτό μυθιστόρημα έχει όλη τη μαγεία και την έλξη του άγνωστου κόσμου που μας περιβάλει και που στις σελίδες του γίνεται απτός, φιλικός, σαγηνευτικός, ένας κόσμος πέρα για πέρα πραγματικός κι ας μιλά για το άκτιστο φως το λυκόφως μιας άλλης αλήθειας. Η μεταφυσική δεν είναι παρά η συμπλήρωση του φυσικού τοπίου του ορατού, και πόσο διευρύνει την αντίληψη και τον τρόπο σκέψης καθώς προετοιμάζει τον νου και το σώμα για τη διαφορετική τη μεγάλη γνώση του εαυτού μας και του κόσμου, την αυτογνωσία. Γι’ αυτό και είπα πως είναι ένα μυθιστόρημα για τους Νέους Όλων Των Ηλικιών. Πρέπει να έχεις μέσα σου «νεότητα» για να τα δεις όλα αυτά, για να σε σαγηνέψουν.   


Διάβαζα σε κριτικές για το συγγραφικό σας έργο, ότι καταφέρατε να δώσετε με τα μυθιστορήματα σας ευρύτερες διαστάσεις, ασχολούμενη με το «αθέατο», όπως το είπατε και με την μεταφυσική. Πόσο εύκολο ήταν να τα δώσετε όλα αυτά σε ένα νεανικό μυθιστόρημα;

Πιστεύω πως όλα μου τα μυθιστορήματα είναι νεανικά. Για το «Πήραν την Πόλη πήραν την» έχω πολλά γράμματα από νέα άτομα και από παιδιά του δημοτικού ακόμα. Γράμματα παραληρήματα συγκίνησης. Και τα άλλα μου, τα μη ιστορικά ώριμα για μένα μυθιστορήματα, τον «Άγγελο της Στάχτης» το «Ξύλινο Τείχος», τον «Ιερό Ποταμό», περισσότερο τα διάβασαν νέα άτομα. Αλλά και άτομα διαφορετικής παιδείας. Τα μυθιστορήματα μου τα περισσότερα λειτουργούν πάνω στα σύμβολα της ψυχής, πάνω στους κωδικούς και τα σύμβολα που χρησιμοποιεί η ψυχή για να εκφραστεί. Γι’ αυτό και βλέπω πως ο αναγνώστης επικοινωνεί με αυτά όποιο και αν είναι το μορφωτικό του επίπεδο. Αυτό το διαπίστωσα ύστερα από πολλά γράμματα αναγνωστών. Όπως μία νοσηλεύτρια που μου έγραψε ότι διάβασε πολλές φορές τον «Άγγελο της Στάχτης» γιατί της έδινε τρόπους να βοηθάει τους ασθενείς της. Γι’ αυτό λέω, δεν έχει σημασία τι μπορεί να εισπράξει από το βιβλίο ο αναγνώστης. Σημασία έχει το γεγονός ότι άγγιξε, από δρόμους αθέατους, την ψυχή του. Ότι ταξίδεψε ίσως με τον λόγο ή με τον τρόπο που στοχάζονται οι ήρωες ή με το μαγικό στοιχείο που υπάρχει σχεδόν πάντα στα μυθιστορήματά μου. Και οπωσδήποτε υπάρχει στο τελευταίο μου «Συνέντευξη με το φάντασμα του βάλτου» ή να το πω αλλιώς, ολόκληρο το μυθιστόρημα αυτό στηρίζεται στο μαγικό στοιχείο, όπως η κεχριμπαρένια μπάλα που λειτουργεί σαν μια άγνωστη, όπως λέω, τεχνολογία.


Χαιρόμαστε πραγματικά που η Λήμνος «γέννησε» μια σπουδαία συγγραφέα με πολύ σημαντική προσφορά στα νεοελληνικά γράμματα. Ποια είναι η σχέση σας με το νησί;

Αυτή η «σχέση» βγαίνει από τα ίδια τα βιβλία μου. Και από τα άπειρα κείμενα που έχω γράψει για τη Λήμνο. Και ούτε είναι μια σχέση που μπορείς να την περιγράψεις με τον λόγο. Είναι μια βιωματική κατάσταση, μεταφυσική θα την έλεγα, υποστασιακή. Ούτε κι εγώ ήξερα πως αυτό το μεταφυσικό τοπίο της, η σύγκλιση του χρόνου πάνω της, ο μεγάλος πολιτισμός της θα με επηρέαζαν τόσο βαθιά, θα έστρεφαν όλα σχεδόν τα μυθιστορήματά μου πάνω της. Όμως χαίρομαι για όσα έγραψα για τη Λήμνο. Χαίρομαι που και ο Πορφύριος στο «Πήραν την Πόλη, πήραν την» και ο Αλκαμένης στο «Ξύλινο Τείχος» ήταν παιδιά της. Και χαίρομαι που έγραψα τη «Μαρούλα» μου και τη «Δοξανιώ» μου, βιβλία που αγαπήθηκαν από χιλιάδες ελληνόπουλα και στα σχολεία γίνονται πανέμορφες εργασίες. Σήμερα λέω, η Λήμνος μού ανταπέδωσε την αγάπη που της έδωσα με τα βιβλία μου. Η Λήμνος σαν τόπος και σαν ιδιαίτερη πατρίδα.

Tο μεγαλύτερο μέρος του νέου σας βιβλίου το γράψατε πέρσι το καλοκαίρι στο νησί. Στα καλοκαιρινά σας ταξίδια η δύναμη της «Λημνίας Γης» λειτουργεί ως έμπνευση ή ως αφορμή για νέα ξεκινήματα;

Πολλά βιβλία μου έχω γράψει στη Λήμνο. Και την «Υψιπύλη» μου και τη «Μαρούλα» μου. Και τη «Συνέντευξη με το φάντασμα του βάλτου», ναι. Όμως για να γράψεις ένα βιβλίο δεν αρκεί ο τόπος που αγαπάς. Και, άλλωστε, τον τόπο που αγαπάς τον φέρνεις μαζί σου όπου βρίσκεσαι. Πολλά πράγματα πρέπει να συνυπάρξουν, να συγκλίνουν, για να γράψεις ένα μυθιστόρημα. Απλά στη Λήμνο υπάρχει αυτή η ποιητική του χώρου από την αντήχηση των αναμνήσεων αλλά και από την αγάπη που νιώθεις – που νιώθει ο κάθε άνθρωπος στον ιδιαίτερο τόπο του όπου έζησε την πρώτη μοναξιά του και τα πρώτα του όνειρα.

Για πολλά χρόνια είχατε αναδείξει με πολύ έντονο τρόπο και μέσα από την γραφή σας το θέμα της διάσωσης και ανάδειξης του Αρχαίου Θεάτρου της Ηφαιστείας. Το θέατρο όχι μόνο διεσώθη, αλλά κάθε καλοκαίρι διοργανώνονται και σημαντικές πολιτιστικές εκδηλώσεις. Είστε ικανοποιημένη από το αποτέλεσμα;

Θα πω αυτό που αισθάνθηκα την πρώτη φορά που πήγα εκεί σε παράσταση. Νομίζω ήταν τον δεύτερο χρόνο της λειτουργίας του. Σίγουρα χρειάζονται κάποιες ειδικές γνώσεις σχετικά με την αναστήλωση ενός αρχαίου θεάτρου, που δεν τις έχω, γι’ αυτό και ο λόγος μου θα είναι απλά συναισθηματικός.

Ένιωσα πως το «βάρυνε» το τόσο τσιμέντο που του έριξαν. Τα δικά του «υλικά», πωρόλιθος και μάρμαρο, έμοιαζαν τόσο ανάλαφρα και ξαφνικά η μεγαλύτερη επιφάνειά του ήταν ένα αδάμαστο τραχύ τσιμέντο. Όμως δεν ξέρω να πω πώς θα μπορούσε να γίνει, με ποιο υλικό πιο εξευγενισμένο, δεν είμαι ειδική, όπως είπα, δεν έχω γνώσεις και το μόνο που παρακαλώ είναι να μην πηγαίνουν εκεί με αιχμηρά τακούνια και το πληγώνουν, γιατί είναι ιδιαίτερα εύθραυστα τα κομμάτια που είναι δικά του.

Ναι, είχα γράψει πολλά κείμενα και ομιλίες, είχα κάνει και σειρά ραδιοφωνικών εκπομπών, θυμάμαι πηγαίναμε με την Κάτια Δανδουλάκη που διάβαζε τα κείμενα και έκλαιγε από τη συγκίνηση. Πάντα πίστευα πως ένα αρχαίο θέατρο είναι τόπος ιερός, γιατί εκεί κατέθεσε ο άνθρωπος τις πρώτες αγωνίες του, τους φόβους του τους μεταφυσικούς, την αναζήτηση των θεών του, την υπαρξιακή του διαίσθηση, την τελετουργία της ζωής του. Κι αυτό που εύχομαι είναι να μη χαθεί αυτή η «ιερότητα» του χώρου.

Το ενδιαφέρον σας για το νησί εκδηλώθηκε και πρόσφατα με την παρέμβαση σας για το ζήτημα της εγκατάστασης των ανεμογεννητριών.

Καθένας μας κάνει ό,τι μπορεί για το καλό του τόπου του. Ευτυχώς αποφεύχθηκε ο μεγάλος όγκος, ο μεγάλος αριθμός των ανεμογεννητριών που μπορεί να αλλοίωναν τη φυσιογνωμία του νησιού. Βοήθησε και το διαδίκτυο γιατί, απαντώντας στο κείμενο που είχα αναρτήσει, πολλοί άγνωστοι μίλησαν για τις καταστροφές που επέφερε η τοποθέτηση των ανεμογεννητριών στους δικούς τους τόπους. Αυτά είναι πράγματα που πρέπει να γίνουν με μεγάλο σεβασμό στον χώρο. Όπως και να ‘ναι, και το θέμα αυτό είναι τεράστιο και δεν αφορά μόνο στη Λήμνο. Μακάρι για τον κάθε τόπο να προηγηθούν οι σωστές μελέτες.

Λέτε κάπου στο τελευταίο σας μυθιστόρημα «Συνέντευξη με το φάντασμα του βάλτου»: «Κι αυτό που μένει αιώνιο, όπως το φως αυτού του πρωινού, είναι ένα στοιχείο αδιάφορο και κανείς ποτέ δεν θα μάθει αν στη μνήμη του κρατά το πάθος ή την κραυγή του ανθρώπου»

Nομίζω πως αυτό που θα κρατήσει ο αναγνώστης από ένα μυθιστόρημα δεν είναι ο μύθος του, η ιστορία των προσώπων που δόθηκε με αυτόν ή τον άλλον τρόπο, αλλά το πώς τα ίδια τα πρόσωπα βιώνουν τον κόσμο από την αρχή, πώς φτάνουν στις δικές του αλήθειες.

Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Λημνιακός Λόγος» στις 13 Αυγούστου 2014

 
                                                                 ************


Μιλώντας οι σκέψεις μέσα από το βιβλίο «συνέντευξη με το φάντασμα του βάλτου» της Μαρίας Λαμπαδαρίδου – Πόθου", ΤΟΥ ΠΑΣΧΑΛΗ ΠΡΑΝΤΖΙΟΥ

Η Μαρία Λαμπαδαρίδου – Πόθου για άλλη μια φορά μας «δώρισε» ένα ιδιαίτερο βιβλίο δίνοντας τη δυνατότητα να το παρακολουθήσει ως ιστορία ακόμη κι ένα παιδί στην έναρξη της εφηβείας του. Όμως, επειδή μιλάμε για μια σπουδαία συγγραφέα, χρειάζεται να ξεφύγου...με από το πρώτο επίπεδο ανάγνωσης του βιβλίου –αυτό που ενδεχομένως θα μάγευε έναν έφηβο- και να σπρώξουμε τη σκέψη μας σε πιο βαθιά μονοπάτια.

Τρυφερή και ευάλωτη η φωνή της συγγραφέως μοιάζει με τοπίο που ραγίζει –δική της η περιγραφή- , για να επιτρέψει στο αόρατο να υπάρξει. Κι όσο για την πεποίθησή της πως εκείνο που δεν φαίνεται μας εξουσιάζει, αυτό πιστοποιείται τω όντι σε κάθε σελίδα ανάγνωσης.

Ως αναγνώστης, διαβάζεις την ιστορία, χάνεσαι μέσα από τη μαγεία της γλώσσας της Λαμπαδαρίδου – Πόθου, λιώνεις τις λέξεις σαν καραμέλα που εναλλάσσει τις γεύσεις και κάποιες στιγμές αισθάνεσαι πως την καραμέλα αυτή, την καταπίνεις κάθε φορά που ακούς τη σκέψη της συγγραφέως αόρατα να σου ψιθυρίζει με τρέμουσα φωνή: γνωρίζω αυτά που δεν γνωρίζω κι όσα δεν γνωρίζω πολύ φοβάμαι πως τα γνωρίζω. Γεμάτο από αθέατες πλευρές της πραγματικότητας το βιβλίο αυτό, όπου ανάμεσα στο φυσικό και στο μεταφυσικό κόσμο υπάρχει απόλυτη συναίρεση. Και μάλιστα οι αθέατες αυτές πλευρές της ζωής συνεχίζουν να αισθητοποιούνται, ακόμη και όταν η συγγραφέας παρουσιάζει τη σκέψη της να αμφιβάλλει ή και να δυσπιστεί απέναντι στη μεταφυσική βεβαιότητα. Ωστόσο, δεν σταματά ποτέ να αφουγκράζεται με απόλυτη προσοχή τον αντίλαλο της σιωπής. Κι εκεί ανάμεσα στο υπάρχει «το άλλο» ή δεν υπάρχει, μέσα από αυτή την τραγική αμφιβολία, ο κόσμος του επέκεινα γίνεται ακόμη πιο υπαρκτός, γιατί είναι αυτός που υπερισχύει. Η συνύπαρξη νεκρών και ζωντανών – αλήθεια, πόσο μα πόσο φυσικά παρουσιάζεται η σκηνή της συνάντησης της κοπέλας με το φάντασμα- μοιάζει με όνειρο, όνειρο που υποψιάζει ότι η ψυχή και το σώμα είναι ξεχωριστά.

Η Λαμπαδαρίδου – Πόθου γνωρίζει πως την πραγματικότητα αν θέλεις, μπορείς να την πεις περιγραφικά σαν να την φωτογραφίζεις, δεν είναι όμως αυτό που την ενδιαφέρει. Είναι έκδηλο πως αυτό που ενδιαφέρει την ίδια είναι η προσέγγιση της πραγματικότητας ως προς το νόημά της, την ουσία της δηλαδή, τη βαθύτερή της αλήθεια. Ένα πάθος και μια αγωνία για την αλήθεια στο βιβλίο αυτό, όχι για το εφήμερο, αλλά για το πραματικά υπαρκτό, όχι για το προσωρινό, αλλά γι’ αυτό που μένει, το αιώνιο, το ακατάληπτο, το αμετάβλητο. Για την ουσία των πραγμάτων, για τα γνωρίσματα εκείνα του κάθε όντος που κάνουν αυτό το ον να μετέχει στην ύπαρξη. Υπαρκτό, όμως, δεν είναι μονάχα αυτό που φαίνεται κι η συγγραφέας μοιράζεται την αγωνία μαζί μας για να μας το φανερώσει.

Όσοι από μας περιορίζουμε τη ζωή στην ύλη και σκεφτόμαστε αποκλειστικά με υλιστικούς όρους, δύσκολα μπορούν να αντιληφθούν το μεταφυσικό και το πνευματικό. Η ανθρώπινη ύπαρξη όμως δεν είναι μονάχα ύλη, είναι και πνεύμα κι αν απουσιάσει η σύνδεση αυτή, τότε δεν είναι δυνατόν να αντιληφθούμε τα πράγματα, όπως είναι στην πραγματικότητα, ούτε να αισθανθούμε την ουσία της σχέσης τους με τη Φύση ή τον Δημιουργό.

Η Λαμπαδαρίδου – Πόθου μέσα από την ιστορία αυτή μας λέει προβληματισμένη πως μονάχα αν βιώσουμε την ανθρώπινη ύπαρξη μέσα από το πρίσμα του πνεύματος και της μεταφυσικής σκέψης, μονάχα τότε θα μπορέσουμε να καταλάβουμε και να εκτιμήσουμε την ανθρώπινη συνείδηση. Σε κάθε άλλη περίπτωση μοιάζει σαν να αναγκάζουμε τη λογική να προσπαθήσει να κατανοήσει πράγματα πολύ πιο πέρα από τη δικαιοδοσία της, ενώ ταυτόχρονα φυλακίζουμε τη νόηση εντός του πεδίου των αισθήσεων και των αντιλήψεων. Η συγγραφέας γνωρίζει καλύτερα από τον καθέναν –μας το αποδεικνύει το σύνολο του έργου της- πως η πνευματικότητα με τη μεταφυσική δίνουν στην Τέχνη ευρύτερες διαστάσεις. Για την ακρίβεια ξέρει πως η Τέχνη επιτυγχάνει την πραγματική της ταυτότητα μονάχα μέσω της πνευματικότητας και της μεταφυσικής.

Είναι φανερό πως η Λαμπαδαρίδου – Πόθου ενώνει τα διάφορα ερεθίσματα που ξυπνούν στο πνεύμα της πράγματα και γεγονότα από κάθε πλευρά της ζωής, δείχνοντας τη σύνδεση νοούμενου και φαινομένου, αποκαλύπτοντας μπροστά στα μάτια μας τα πράγματα στην ολότητά τους. Η ύπαρξη ολόκληρη μπορεί να γίνει κατανοητή με ασφαλές κριτήριο μονάχα με σκέψη βασισμένη στη μεταφυσική. Γιατί αυτή μας επιτρέπει να δούμε την ύπαρξη ως ολότητα και να ταξιδέψουμε στις βαθύτερες διαστάσεις της.

Σχεδόν ολόκληρο το έργο της Λαμπαδαρίδου – Πόθου βγάζει από μέσα του μία κραυγή. Η συμπαντική φιλοσοφία της Λαμπαδαρίδου φαίνεται πως ξεκινά από αυτή την κραυγή. Όχι αόριστη, αλλά μία κραυγή φόβου μπροστά στο δέος της ζωής και του θανάτου, μια κραυγή μπροστά στη μεταθανάτια αγωνία, κραυγή για τη μοναξιά της ανθρώπινης φύσης, για το χρόνο και το κενό, για τη ματαιότητα του ανθρώπου να υπερισχύσει των πάντων. Κι αυτή η κραυγή που αυτόματα βγάζει η σύνδεση του φυσικού με το μεταφυσικό, η συνέντευξη με το φάντασμα επί τω προκειμένω, οδηγεί εν τέλει σε μια πραγματική ελευθερία του προσώπου –της ηρωίδας εδώ- που φαντάζει ως νίκη του ανθρώπου και ελπίδα ζωής.

Όσα και να πω για το βιβλίο αυτό, θα είναι λίγα. Διαβάστε το!

Πασχάλης Πράντζιος
φιλόλογος - συγγραφέας

Αναρτήθηκε στις 5 Ιουλίου 2014



Το κεχριμπάρι μου - Ή

Το πένθος των λέξεων


Έλεγα πως στη μακριά διαδρομή της ζωής μου είδα και έμαθα τόσα πράγματα, είδα και έγραψα άλλα τόσα, και πως τίποτα πια καινούριο δεν θα μπορούσε να με αιφνιδιάσει. Όμως το μυστήριο της ζωής είναι μια ανεξάντλητη πηγή που δεν σταματά ποτέ να μας φέρνει αντιμέτωπους με την ψυχή μας.

Είναι κάποιες στιγμές, εξαιρετικές στιγμές του βίου ή αλλιώς, στιγμές λάμψης, που υψώνονται πάνω από τον χρόνο, πάνω από τη βουή της καθημερινότητας, και μένουν εκεί ακοίμητες να σου θυμίζουν ένα εξαιρετικό και άκρως προσωπικό συμβάν που σε σημάδεψε.

Μέσα σ” αυτές τις εξαιρετικές στιγμές υπάρχουμε με όλα τα άγνωστα βάθη του είναι μας. Σε αυτή την εσωτερική λάμψη που μας υψώνει πάνω από τον χρόνο.

Εκεί, σ” εκείνη την ελάχιστη αστραπή συνειδητοποίησα “το πένθος των λέξεων”.

Χρόνια το ζούσα και δεν ήξερα να το ονομάσω. Ζούσα μόνο την οδύνη του πένθους γι” αυτό που χανόταν μέρα τη μέρα, γι” αυτό που ράγιζε αβοήθητο μέρα τη μέρα και κυλούσε στην απώλεια. Έτσι όπως αγαπάς έναν άνθρωπο που τον χτύπησε το Αδύνατο. Και όλα τα τοπία που αγάπησες μαζί του τυλίγονται σ” ένα πένθος άβατο. Όλες οι λέξεις που έμαθες μαζί του παίρνουν σιγά σιγά τις χλομές αποχρώσεις ενός πένθους αμίλητου.

Οι λέξεις. Έχουν μέσα τους ένα κρυφό πένθος σαν χλομό φως αστεριού που σβήνει και που εσύ μόνον το βλέπεις.

Τον πρώτο καιρό το πένθος αυτό είχε μια παράξενη λάμψη. Σαν εκείνες τις στιγμές λάμψης που υψώνονται πάνω από τον χρόνο. Κι εγώ ταξίδεψα μέσα σ” αυτές τις σπάνιες στιγμές και έγραψα το μικρό μου μυθιστόρημα του κεχριμπαριού.Αυτό το μυθιστόρημα γράφτηκε μέσα σε μικρές αναβάσεις της ψυχής μου το περασμένο καλοκαίρι, όταν εγώ αναμετριόμουν με το Αδύνατο και προετοίμαζα το σώμα μου και την ψυχή μου να μυηθεί σε αυτό που δεν γνώριζα. Αυτό το μικρό κεχριμπαρένιο μου μυθιστόρημα που το είπα “Συνέντευξη με το φάντασμα του βάλτου” γεννήθηκε με κοφτές ανάσες γέννας επώδυνης μέσα στις αστραπές της λάμψης που προετοίμαζε το πένθος.

Ο μύθος ήταν έτοιμος στο μυαλό μου. Τα πρόσωπα, τα περισσότερα, αληθινά. Τα γεγονότα έτσι ακατέργαστα όπως τα είπα και ακήδευτα. Το αίμα να ρέει στα αυλάκια των νερών. Ο βάλτος προστατευμένος από το αθέατο. Όλα ήταν έτοιμα για να μετουσιώσω το πένθος των λέξεων σε ένα τρυφερό νεανικό μυθιστόρημα, με όλη την ευδοκία και τη δροσιά της νιότης, που όμως βαθιά στις κρυφές πτυχές του θα κρατά την αγωνία της αποδοχής του Αδύνατου.

Κάποτε, μέρες που είχα βγάλει το βιβλίο μου “Σάμουελ Μπέκετ – Η εμπειρία της υπαρξιακής οδύνης”, είχα λάβει ένα γράμμα από μια άγνωστη φοιτήτρια. Μου έλεγε πως το βιβλίο εκείνο τη βοήθησε να λυτρωθεί από τον σπαραγμό μιας απώλειας.
Και θα πει κανείς, ποια σχέση μπορεί να έχει ο Μπέκετ με τον πόνο της απώλειας που
δήλωνε η φοιτήτρια.

Κι όμως. Έτσι ήταν. Και να γιατί. Όταν εγώ λίγο πριν είχα βιώσει μια προσωπική απώλεια, έμεινα στη σιωπή για καιρό και διάβαζα μόνο Μπέκετ. Αυτό ήθελα. Να χαρτογραφήσω την άβυσσο του έργου του, αυτή την ανυπέρβατη όπως την είπε, να βρω τις πατημασιές μου πάνω της. Και όταν έγραψα το βιβλίο μου εκείνο για το έργο του, “πέρασα” μέσα στις λέξεις αυτό που βίωνα, το “πέρασα” μέσα στον λόγο μου, στην ουσία των λέξεων, στα κρυφά ντουλαπάκια των λέξεων, γιατί αυτό που ζητούσα ήταν: Να περάσω μέσα από την άβυσσο του Μπέκετ και να βγω στο φως, να αναδυθώ.
Και αυτό, ακριβώς αυτό έπιασε με τις κεραίες της ψυχής της η φοιτήτρια:

Την ανάδυση.

Κάπως έτσι έγινε και με το μυθιστόρημα του κεχριμπαριού. “Πέρασα” στις σελίδες του όλο εκείνο το πένθος για τα χαμένα πρόσωπα που τόσο άδικα τους στέρησαν την άνοιξη – για το άδικο που περισσεύει σε όλους τους καιρούς. Κι ας έχει όλη τη δροσιά της νεότητας. Τη χαρά της ζωής, τη χαρά της ύπαρξης πάντα τη συνοδεύει ένα αδιόρατο πένθος. Αυτό ήθελα να δώσω, έτσι όπως το βρήκα στις λέξεις και στα τοπία που αγάπησα πριν τα αγγίξει το Αδύνατο.

Και ήθελα ακόμα να πω, με το μικρό μου μυθιστόρημα του κεχριμπαριού, πως αυτό που μένει από τη ζωή είναι η λάμψη της μιας μοναχικής στιγμής που υψώνεται πάνω από τον χρόνο. Η χαραγή της λάμψης που την είπαμε Μνήμη.

 Αναρτήθηκε στο περιοδικό Fractal τον Αύγουστο 2014