μοτο

Γράφω γιατί έτσι μόνο μπορώ να υπάρχω. Έτσι μόνο να αναζητώ τη διαίσθηση μου για τον κόσμο και για την ύπαρξη.
Να συνειδητοποιώ την κάθε στιγμή που ζώ για να βρω το ουσιώδες που κρύβει, να το μεταποιήσω σε ποίηση, σε ομορφιά.
Την ομορφιά αναζητώ γράφοντας, το χαμένο ιερό της ψυχής.
Κι όταν ακόμα μιλώ για τον φόβο ή τη σκληρότητα, την ομορφιά αναζητάει η ψυχή μέσα στη δικαιοσύνη και την υπέρβαση.

Να γι’ αυτό έγραψα όσα έγραψα, για να πλουτίσω την ψυχή μου.

Να δω λίγο πιο πέρα αυτό που δεν φαίνεται.

Την άλλη αλήθεια.


Αγαπημένα

 
Να με θυμάσαι
 
Η μνήμη είναι έγερση, σου είπα
να θυμάσαι
να με θυμάσαι
Όταν σε είδα να το φοράς κατάσαρκα
το φρέσκο...
να το ομοιώνεσαι σαν κάποιο
νέο πεπρωμένο
όλες οι μέρες μου χτυπήθηκαν
με το Αδύνατο
κι εσύ στεκόσουν ιερός
απ' τη μεριά του παραδείσου
του αειρρόω
Έτσι λένε η ψυχή ξεδιπλώνει το άρμα
το παμπάλαιο
και μέσα από ίριδες και καμπανούλες του βουνού
μέσα από αύρες λευκές θαλασσινές
μιας άλλης επικράτειας
σε πήγε εκεί που οι όρκοι όσων αγαπούν
γίνονται άγγελοι
και τα νερά μιλητικά
νερά σεντίφια να στέκονται όρθια
στα όρη επάνω που παλιότερα κι από τον χρόνο
να με θυμάσαι
 
Χριστούγεννα 2014
 
 
                                                                    ***********


Χριστουγεννιάτικη περιπλάνηση 

Με την άκρη του ματιού της, την είδε. Ήταν πλάι στο πόδι του κρεβατιού. Μια τόση δα μικρή φωτογραφία. Ασπρόμαυρη. Τσακισμένη στις άκρες. Φαίνεται πως έπεσε καθώς σκάλιζε παλιά άλμπουν και ξεχασμένα κειμήλια. Χρονιάρα μέρα σήμερα και είπε να περιπλανηθεί στις αναμνήσεις της, να θυμηθεί κάποιες ευτυχισμένες στιγμές, να μαλακώσει η ερημιά της. Την έτρεμε τη λήθη. Έτρεμε τη στιγμή που το μυαλό της θα ξεχνούσε. Δεν θα το αφήσω να με ξεχάσει... δεν θα το επιτρέψω, έλεγε έντρομη. Όμως διαπίστωνε πως αυτό γινόταν κάπως ύπουλα, πως ήδη είχε ξεχάσει πολύ σημαντικά πράγματα της περασμένης της ζωής, πράγματα που τα είχε ζήσει με ιερό πάθος.

Κοιτάζει ακόμα την ασπρόμαυρη φωτογραφία στην άκρη του κρεβατιού και προσπαθεί να λυγίσει το σώμα της να την πάρει. Όμως το σώμα πονάει καθώς γέρνει. Πονάνε οι κουρασμένες αρθρώσεις, βγάζουν ένα υπόκωφο βογκητό, θαρρείς, καθώς τα κακόμοιρα κόκαλα, τα δαντελένια πια, τριζοβολούν ανυπεράσπιστα. Κι ένας μικρός πανικός στο βλέμμα της. Με τίποτα δεν μπορώ να τον σταματήσω, τον χρόνο, λέω, χύθηκε μέσα στο σώμα μου και το κατατρώει, με κατάφαγε αλύπητα. Και προσπαθεί να σκύψει με προσοχή να πιάσει τη φωτογραφία.

Με τίποτα, λέει πάλι. Και παίρνει ανάσα.

Χριστούγεννα σήμερα. Τα περίμενε πώς και πώς. Κι ούτε ήξερε γιατί. Για να ψάξει στα χρονοντούλαπα των αναμνήσεων ίσως. Για να πονέσει. Ο πόνος κρατά τη μνήμη ζωντανή. Είχε ανάγκη να πονέσει. Να νιώσει ευγνωμοσύνη που πόνεσε. Κάθε χρόνο σαν σήμερα πήγαιναν σε ένα μικρό σπίτι που είχαν στην εξοχή και εκεί στόλιζαν το δέντρο. Έκοβαν ένα κλαδί από το βουνό και το έστηναν πλάι στο τζάκι. Ύστερα κοίταζαν από το μεγάλο παράθυρο που έβλεπε στον κήπο. Τα δέντρα γυμνά. Το τοπίο γκρίζο. Όμως εκείνα τα Χριστούγεννα που κυριαρχούν στο μυαλό της ήταν χιονισμένα. Από την παραμονή είχε αρχίσει να το στρώνει. Και το πρωί όλα ήταν κατάλευκα, σαν να είχαν βγει από χριστουγεννιάτικο παραμύθι. Η καρδιά της σκίρτησε. Αν υπάρχει ευτυχία στον βίο, ήταν εκείνες οι στιγμές, σκέφτεται τώρα. Και λυπάται, πολύ λυπάται, που δεν το ήξερε τότε, να τις ζήσει πιο δυνατά, πιο απόλυτα. Πρέπει να τις θυμηθώ μία μία, σκέφτεται πάλι, να τις ζήσω ξανά, να τις κάνω καταδικές μου, μπορώ άραγε; Αυτό το επιτρέπει ο χρόνος;
Ή τις παίρνει κι αυτές, τις αλλοιώνει, τις γεμίζει ομίχλη θαμπή.
Κάθεται πάνω στο κρεβάτι γιατί το σώμα της πόνεσε να στέκεται τόση ώρα ακίνητο μέσα στις θύμησες. Τα δάχτυλά της σφίγγουν τη φωτογραφία. Ακόμα δεν την είδε. Σαν να τη φοβάται. Τον φοβάται τον πόνο που ίσως θα νιώσει βλέποντας το πρόσωπό του. Κι ας υπήρχε παντού γύρω της. Από τότε που έφυγε, το πρόσωπό του είχε πια ενωθεί με καθετί που κοίταζε. Λες και ήταν διάχυτο μέσα στο τοπίο. Προπαντός στα τοπία που κοίταξαν μαζί. Αυτά τα κοίταζε με το δικό του βλέμμα. Κι ας μην το καταλάβαινε ακριβώς. Ήταν σίγουρη πως το βλέμμα του ήταν εκεί, χωνεμένο μέσα στο τοπίο εκείνο που το κοίταξε μαζί του ευτυχισμένη. Κάπως έτσι. Και δεν την ενδιέφερε να το αναλύσει αυτό. Φτάνει που το ζούσε με την καρδιά της. Που τον ένιωθε ένα με το τοπίο. Μόνο που τότε δεν ήξερε. Ποτέ δεν ξέρουμε αυτό που ακριβώς ζούμε. Είναι σαν να μας ξεφεύγει το πιο ουσιώδες. Όμως πρέπει να βρω κι αυτό που μου ξέφυγε, τότε. Πώς το επέτρεψα να ζήσω τόσο ελλειπτικά. Τόσο φευγαλέα.
Ήταν πράγματα που τα προσπερνούσε έτσι απαρατήρητα. Και θυμώνει τώρα.
Δεν ήξερε πόσο σημαντική ήταν και η μία μικρή στιγμή της ζωής της. Πόσο μοναδική την κάνει το γεγονός ότι, την ίδια εκείνη στιγμή που υπάρχει, χάνεται.
Α, πώς δεν το ήξερε αυτό!
Πώς δεν το είχε προσέξει!
Ήταν αυτό ακριβώς που πάντα της ξέφευγε.
Όμως ήταν ευτυχισμένη. Και το προσπερνούσε χωρίς πόνο.
Δεν είχε καιρό να πονέσει.
Για φαντάσου! Κάποτε δεν είχε καιρό για τον πόνο!
Στην ευτυχία δεν έχουμε καιρό για τέτοια, σκέφτεται τώρα.
Και τα μάτια της γεμίζουν δάκρυα.
Μπορεί και να μην καταδεχόμουν να πονέσω, λέει.
Τόσο αθώοι είμαστε μπρος σε αυτό που μας εξουσιάζει.
Τόσο αθώους μας θέλει ο χρόνος για να γίνουμε τα τέλεια θύματα του.
Όμως το μυαλό μου δεν θα το εξουσιάσεις!
Όσο πονάει, θα είναι ζωντανό και θα σε μάχεται, λέει πάλι και κάπου φοβάται την Ύβρι.

“… ανέτειλε τω κόσμω το φως …” Ο ψαλμός που ακούγεται από το ραδιόφωνο τη συνεπαίρνει. Τι λόγος Θεέ μου! Λες και τον ακούει πρώτη φορά. Ή μήπως κάθε φορά είναι ένα καινούριο φως; Λες να ανατέλλει για τον καθένα ξεχωριστά; Και για μένα; Μπορεί να ανατείλει και για μένα; Χα! Και τι είμαι εγώ! Ανατέλλει για τον κόσμο, για τον άνθρωπο, αυτόν τον βασανισμένο, τον τυραγνισμένο. Όμως κι εγώ το ίδιο είμαι. Επομένως ανατέλλει και για μένα, λέει πάλι. Κι η ψυχή της γαληνεύει. Δεν είμαι ολομόναχη στην ερημιά. Μεγαλώνει τον ήχο στο ραδιόφωνο ν” ακούσει καλύτερα. “… και επί γης ειρήνη!” συνεχίζει ο ψαλμός. Κι εκείνη το βάζει στο πιο δυνατό. Το βάζει ξανά να το ακούσει πολλές φορές. Μπορεί; Θα μπορούσε άραγε αυτή η επί γης ειρήνη… Ή μήπως είναι από τα θαύματα που θυμώνουν αν δεν τα πιστέψεις; Από τα θαύματα, που πρέπει να πιστέψεις στο “αδύνατο” για να γίνουν;
Αν όλοι βάζαμε ένα χέρι βοηθείας σ” αυτό το ανατέλλον φως, μήπως…”

Η σκέψη τη γεμίζει ενέργεια. Το σώμα της σβέλτο και δυνατό, σαν νεανικό. Κι ο πόνος άφαντος.
Φοράει το καλό της φόρεμα. Χτενίζεται όμορφα. Ανοίγει το παράθυρο να μπουν οι χριστουγεννιάτικοι ήχοι, οι εικόνες του δρόμου με τα στολισμένα δέντρα, οι ομιλίες των λιγοστών περαστικών.
Αισθάνεται πως συμμετέχει κι εκείνη στο χριστουγεννιάτικο πνεύμα. Κι αυτό είναι θαυμάσιο!
Ετοιμάζει ένα πλούσιο πρωινό και αποφασίζει να δει τη φωτογραφία.
Ένα τρέμουλο στο χέρι καθώς την κρατά. Πρέπει να βάλει τα γυαλιά της γιατί τα πρόσωπα δεν διακρίνονται καθαρά. Προσπαθεί να ξεπεράσει τον φόβο. Όμως γιατί φοβάται να τον δει; Αφού είπε, αγαπά τον πόνο που κρατά τη μνήμη ζωντανή.
Είπε, η αγάπη είναι πόνος.
Ή αλλιώς: Ποτέ η αγάπη χωρίς λίγος πόνος!
Αυτό που βρίσκω τόσο θαυμάσιο, όπως θα έλεγε η Ουίννυ!
Και παίρνει βαθιά ανάσα.
Σκύβει και κοιτάζει τη φωτογραφία. Τη φέρνει κοντά στα αδύνατα μάτια της να τη δει καλά.
Οι δυο τους αγκαλιασμένοι και γελούν.
Α, τι όμορφοι που είναι!
Και χαμογελά κι εκείνη. Αυτό δεν μπορεί να το εξουσιάσει ο χρόνος, λέει δυνατά να το ακούσει.
Έχει ανάγκη να νιώσει πως το άκουσε και ο Χρόνος!
Γιατί είναι σαν να τον εκδικείται τώρα.
Δεν μπορεί να τα πάρει όλα. Τη μνήμη μας δεν μπορεί να την πάρει. Είναι δική μας. Και ό,τι αναβιώνει μέσα της το καθιστά ιερό η αγάπη.
Το μ ε τ α – π ο ι ε ί σε Άγγελο με σεντιφένιο σώμα και μάτια που ακυρώνουν τη στάχτη.
Καλά Χριστούγεννα! λέει, χαμογελώντας ακόμα.
Και το φως εκείνο το άκτιστο, που λάμπει γύρω της πανύψηλο, καλά Χριστούγεννα, της απαντά.

lampadaridou-pothou* Η Μαρία Λαμπαδαρίδου Πόθου γεννήθηκε στη Μύρινα Λήμνου. Είναι πτυχιούχος της Παντείου και της Σορβόνης, όπου, με υποτροφία της Γαλλικής κυβέρνησης, σπούδασε Αισθητική και Ιστορία Θεάτρου. Εκεί γνώρισε τον Samuel Beckett και διατήρησε πολύχρονη αλληλογραφία μαζί του. Έγινε μελετήτρια και μεταφράστρια των έργων του. Έχει γράψει μυθιστορήματα, ποίηση, διηγήματα, δοκίμιο. Επίσης έχει γράψει θέατρο. Θεατρικά της έργα έχουν παιχτεί στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Βιβλία της έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί στα Γαλλικά, Σουηδικά και Αγγλικά και διδάσκονται σε πανεπιστήμια της Ελλάδας και του εξωτερικού. Πέντε διδακτορικές εργασίες έχουν γίνει πάνω στα βιβλία της, στα πανεπιστήμια: Αθηνών, Πάτρας και Bari Ιταλίας. Έχει τιμηθεί με τα βραβεία: της Ομάδας των Δώδεκα, της Ακαδημίας Αθηνών και του Ιδρύματος Ουράνη. Συνεργάζεται με ημερήσιες εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά.

Χριστούγεννα 2014
**********



Το πένθος των λέξεων


Έλεγα πως στη μακρυά διαδρομή της ζωής μου είδα και έμαθα τόσα πράγματα, είδα και έγραψα άλλα τόσα, και πως τίποτα πια καινούριο δεν θα μπορούσε να με αιφνιδιάσει. Όμως το μυστήριο της ζωής είναι μια ανεξάντλητη πηγή που δεν σταματά ποτέ να μας φέρνει αντιμέτωπους με την ψυχή μας.

Είναι κάποιες στιγμές, εξαιρετικές στιγμές του βίου ή αλλιώς, στιγμές λάμψης, που υψώνονται πάνω από τον χρόνο, πάνω από τη βουή της καθημερινότητας, και μένουν εκεί ακοίμητες να σου θυμίζουν ένα εξαιρετικό και άκρως προσωπικό συμβάν που σε σημάδεψε.

Μέσα σ' αυτές τις εξαιρετικές στιγμές υπάρχουμε με όλα τα άγνωστα βάθη του είναι μας. Σε αυτή την εσωτερική λάμψη που μας υψώνει πάνω από τον χρόνο.

Εκεί, σ' εκείνη την ελάχιστη αστραπή συνειδητοποίησα “το πένθος των λέξεων”.

Xρόνια το ζούσα και δεν ήξερα να το ονομάσω. Ζούσα μόνο την οδύνη του πένθους γι' αυτό που χανόταν μέρα τη μέρα, γι' αυτό που ράγιζε αβοήθητο μέρα τη μέρα και κυλούσε στην απώλεια. Έτσι όπως αγαπάς έναν άνθρωπο που τον χτύπησε το Αδύνατο. Και όλα τα τοπία που αγάπησες μαζί του τυλίγονται σ' ένα πένθος άβατο. Όλες οι λέξεις που έμαθες μαζί του παίρνουν σιγά σιγά τις χλομές αποχρώσεις ενός πένθους αμίλητου.

Οι λέξεις. Έχουν μέσα τους ένα κρυφό πένθος σαν χλομό φως αστεριού που σβήνει και που εσύ μόνον το βλέπεις.

Τον πρώτο καιρό το πένθος αυτό είχε μια παράξενη λάμψη. Σαν εκείνες τις στιγμές λάμψης που υψώνονται πάνω από τον χρόνο. Κι εγώ ταξίδεψα μέσα σ' αυτές τις σπάνιες στιγμές και έγραψα το μικρό μου μυθιστόρημα του κεχριμπαριού.

Αυτό το μυθιστόρημα γράφτηκε μέσα σε μικρές αναβάσεις της ψυχής μου το περασμένο καλοκαίρι, όταν εγώ αναμετριόμουν με το Αδύνατο και προετοίμαζα το σώμα μου και την ψυχή μου να μυηθεί σε αυτό που δεν γνώριζα.

Αυτό το μικρό κεχριμπαρένιο μου μυθιστόρημα που το είπα “Συνέντευξη με το φάντασμα του βάλτου” γεννήθηκε με κοφτές ανάσες γέννας επώδυνης μέσα στις αστραπές της λάμψης που προετοίμαζε το πένθος.

Ο μύθος ήταν έτοιμος στο μυαλό μου. Τα πρόσωπα, τα περισσότερα, αληθινά. Τα γεγονότα έτσι ακατέργαστα όπως τα είπα και ακήδευτα. Το αίμα να ρέει στα αυλάκια

των νερών. Ο βάλτος προστατευμένος από το αθέατο. Όλα ήταν έτοιμα για να μετουσιώσω το πένθος των λέξεων σε ένα τρυφερό νεανικό μυθιστόρημα, με όλη την ευδοκία και τη δροσιά της νιότης, που όμως βαθιά στις κρυφές πτυχές του θα κρατά την αγωνία της αποδοχής του Αδύνατου.

Κάποτε, μέρες που είχα βγάλει το βιβλίο μου “Σάμουελ Μπέκετ – Η εμπειρία της υπαρξιακής οδύνης”, είχα λάβει ένα γράμμα από μια άγνωστη φοιτήτρια. Μου έλεγε πως το βιβλίο εκείνο τη βοήθησε να λυτρωθεί από τον σπαραγμό μιας απώλειας.

Και θα πει κανείς, ποια σχέση μπορεί να έχει ο Μπέκετ με τον πόνο της απώλειας που

δήλωνε η φοιτήτρια. Κι όμως. Έτσι ήταν. Και να γιατί. Όταν εγώ λίγο πριν είχα βιώσει μια προσωπική απώλεια, έμεινα στη σιωπή για καιρό και διάβαζα μόνο Μπέκετ. Αυτό ήθελα. Να χαρτογραφήσω την άβυσσο του έργου του, αυτή την ανυπέρβατη όπως ο ίδιος την είπε, να βρω τις πατημασιές μου πάνω της. Και όταν έγραψα το βιβλίο μου εκείνο για το έργο του, “πέρασα” μέσα στις λέξεις αυτό που βίωνα, το “πέρασα” μέσα στον λόγο μου, στην ουσία των λέξεων, στα κρυφά ντουλαπάκια των λέξεων, γιατί αυτό που ζητούσα ήταν: Να περάσω μέσα από την άβυσσο του Μπέκετ και να βγω στο φως, να αναδυθώ.

Και αυτό, ακριβώς αυτό έπιασε με τις κεραίες της ψυχής της η φοιτήτρια:

Την ανάδυση.

Κάπως έτσι έγινε και με το μυθιστόρημα του κεχριμπαριού. “Πέρασα” στις σελίδες του όλο εκείνο το πένθος για τα χαμένα πρόσωπα που τόσο άδικα τους στέρησαν την άνοιξη – για το άδικο που περισσεύει σε όλους τους καιρούς. Κι ας έχει όλη τη δροσιά της νεότητας. Τη χαρά της ζωής, τη χαρά της ύπαρξης πάντα τη συνοδεύει ένα αδιόρατο πένθος. Αυτό ήθελα να δώσω, έτσι όπως το βρήκα στις λέξεις και στα τοπία που αγάπησα πριν τα αγγίξει το Αδύνατο.

Και ήθελα ακόμα να πω, με το μικρό μου μυθιστόρημα του κεχριμπαριού, πως αυτό που μένει από τη ζωή είναι η λάμψη της μιας μοναχικής στιγμής που υψώνεται πάνω από τον χρόνο. Η χαραγή της λάμψης που την είπαμε Μνήμη.


Αναρτήθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό FRACTAL
Το φθινόπωρο του 2014, στο εργαστήρι του συγγραφέα

                                              **********



Έξω από τις Πύλες
 
 
Μέρες περπατούσε, βδομάδες, χρόνια. Δεν είχε καταλάβει πώς ξεμάκρυνε τόσο πολύ. Εκείνη μόνο κι ο δρόμος. Και κάτι παράξενοι ασφοδελοί στις άκρες, που έφταναν ίσαμε μέσα στα όνειρά της. Και τότε δεν ήξερε αν ήταν ξυπνητή ή αν ζούσε στον ξύπνο της το πιο παράξενο όνειρο. Όσο πιο μακριά πήγαινε, τόσο είχε την αίσθηση πως όλη τούτη η ατέλειωτη οδοιπορία ήταν ένα όνειρο από κείνα που δεν ξέρεις πότε αρχίζουν – αν αρχίζουν από κάποιο σημείο υπαρκτό – και πώς τελειώνουν, αν τελειώνουν κάποια στιγμή μέσα στον χρόνο. Ο χρόνος την παίδευε πάντα, η στιγμή, τη στιγμή φοβόταν, τη μία μοναχική στιγμή τη διορισμένη για τη συνάντηση μαζί του. Ήταν το μόνο που περίμενε: τη συνάντηση μαζί του. Γιατί το ήξερε αυτό. Ήταν το μόνο που ήξερε. Πως εκεί στο τέλος του δρόμου, έξω από τις άγνωστες Πύλες, θα συναντηθεί επιτέλους μαζί του.
Κάποιες νύχτες ο αέρας φυσούσε μανιασμένος. Κρεμιόταν πάνω στις μαύρες λεύκες που υπήρχαν κατάγυμνες ένα γύρω, και άλλαζε μορφές και σχήματα σαν να ιεροργούσε το σκοτάδι. Όμως εκείνη τίποτα δεν τη σταματούσε. Να φτάσει ήθελε. Να φτάσει μόνο. Εκεί θα την περίμενε το τρισαγαπημένο πρόσωπο. Παιδί της άραγε; Αγαπημένος; Μάνα; Μπορεί όλα μαζί. Μπορεί και μόνο η λαχτάρα της να βγει από αυτή την άφεγγη οδοιπορία, να φτάσει σ’ έναν χαρούμενο ήλιο, έτσι να μοιάζει με την αλήθεια που ζητούσε. Κι όσο πλησίαζε, τόσο η αγωνία μεγάλωνε. Ποιος την έβαλε στο δρόμο; Και ποιος είχε το δικαίωμα να της δώσει τόσον πόνο. Τόσες αγρυπνίες. Τόση ελπίδα πως θα δει ξανά τον αγαπημένο της. Κι αν όλο αυτό είναι ένα όνειρο, ποια ήταν η πραγματικότητα της ζωής της. Τίποτα δεν θυμάται. Κάποιος πήρε ασβέστη και νερό και έσβησε όλη τη μνήμη της. Σαν να μην έζησε ποτέ. Μόνο τα μάτια του αγαπημένου της μέσα στο άπλετο κενό του μυαλού της. Κι ένα παιδί, που μπορεί να ήταν το παιδί της. Και μια μάνα, που μπορεί να ήταν η μάνα της. Κάποτε είχε μια μάνα και φώλιαζε στον κόρφο της. Αυτό το θυμάται καλά. Αυτό μόνο και λίγες ακόμα μνήμες σώθηκαν. Το παιδί. Tο έσφιξε πάνω της τρελή από λαχτάρα, κι ύστερα ξαφνικά το έχασε. Τρεις κομματιασμένες αναμνήσεις όλες κι όλες. Κι εκείνος. Τα μάτια του δεν τα ξέχασε ποτέ. Εκείνα τα λυπημένα μάτια που είχαν τους γλυκύτερους κόσμους μέσα τους. Κι ούτε το χέρι του ξέχασε. Σε μιαν άκρη του ραγισμένου μυαλού της, είχε σωθεί το χέρι του, ένα χέρι χλομό όλο ευγένεια. Κι η φωνή του τρυφερή και σαν ερωτική ξυπνούσε μέσα της όλους τους χαμένους ουρανούς.
Τα πόδια της ξυπόλυτα στον κακοτράχαλο δρόμο και απορεί. Πώς βγήκε έτσι χωρίς ένα πανοφόρι για το κρύο και χωρίς παπούτσια, δεν κατάλαβε. Κι ούτε πόσον καιρό οδοιπορεί σε τούτα τα ασφοδελά μονοπάτια τα τυλιγμένα σε πυκνές άφεγγες ομίχλες. Ένα πρωί την έβγαλαν στο δρόμο χωρίς να τη ρωτήσουν. Και το μυαλό της πονούσε. Πονούσε, πονούσε. Πονάει το μυαλό όταν ραγίζει έτσι μονάχο του στην ερημιά, όταν χάνεται απροστάτευτο. Κάνει μια προσπάθεια να προσευχηθεί. Όμως δεν ξέρει σε ποιον να προσευχηθεί. Σε σένα που μ’ ακούς, τολμά να πει. Όμως δεν ξέρει αν κάποιος την ακούει. Νιώθει πως έμεινε ολομόναχη μέσα σ’ έναν κόσμο που δεν γνωρίζει. Και χάθηκε. Δεν ξέρει πού χάθηκε. Όμως χάθηκε, χάθηκε. Και ταχύνει το βήμα. Εκεί ανατέλλει ένας άλλος ήλιος. Εκεί, μόνο εκεί θα βρω το φως που θα γιατρέψει της πληγές μου, σκέφτεται. Και κοιτάζει το σώμα της που είναι γεμάτο πληγές. «Ότι εσύ δώσεις ύδωρ εν δίψει τοις πορευομένοις εν ανύδρω…» Πώς της ήρθε τώρα στη σκέψη αυτός ο λόγος του ψαλμωδού. Προσπαθεί να χαμογελάσει. Δεν είναι όλα τα κύτταρα του μυαλού μου νεκρά. Κι ούτε όλες οι αισθήσεις. Αφού διψώ. Διψώ, λέει. Και μια χαρά δυνατή αναβλύζει από τα πονεμένα σπλάχνα της, καθώς νιώθει το πολύτιμο τούτο αίσθημα της δίψας. Διψώ, λέει πάλι δυνατά να το ακούσει. Διψώ και πονώ ακόμα και ελπίζω. Και τα μάτια της γεμίζουν δάκρυα. Α, πόσο μαλάκωσε η αγριάδα του μυαλού της, αυτή η αίσθηση ότι χάνεται, ότι κάπου χάνεται και δεν ξέρει πού, πόσο γαλήνεψε το φυλλοκάρδι της, αν υπάρχεις, θεέ μου, έρχομαι να σε βρω, είμαι ξυπόλυτη και πληγιασμένη, όμως λένε ότι το έλεός σου είναι μεγάλο, κι εγώ έρχομαι ν’ ακουμπήσω σε μιαν άκρη του μεγάλου ελέους σου, έρχομαι με όλα τα ερείπια που κουβαλώ, συντρίμμια που ιριδίζουν τις νύχτες στο φως της σελήνης. «Μην αποστρέψεις το πρόσωπόν σου απ’ εμού…» σου φωνάζω. Αν δεν υπάρχεις εσύ τούτη την ώρα, πουθενά δεν έχω να πάω. Αν δεν υπάρχει το έλεός σου, τότε είμαι πολύ μόνη. Θέλω να πλυθώ και να λευκανθώ και να εξαγνιστώ από το αμάρτημα της τόσης οδοιπορίας. «Ραντιείς με οισόπω και καθαρισθήσομαι, πλυνιείς με και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι…» Α, τι εξαίσια προσδοκία! Να πλύνει το πονεμένο σώμα της μέσα στο φως εκείνο το λευκό και το άκτιστο. Κλείνει τα μάτια να το ονειρευτεί. Όνειρο μέσα στο όνειρο. Μπορεί αυτό να ήταν τελικά η ζωή μου, λέει. Και φωνάζει πάλι: «Η ψυχή μου εξεχύθη εντός μου, άκουσον, δέομαι…» Μένει λίγο ακίνητη ν’ αφουγκραστεί. Καμιά απάντηση. Και μη μπορώντας πια να κάνει ούτε βήμα, αφήνει το σώμα της να σωριαστεί εκεί, έξω από κάτι πελώριες πύλες που υψώνονται μπροστά της. Σηκώνει το κεφάλι να τις κοιτάξει. Μπορεί και να είναι μία μόνο πύλη, «Επτάπυλη», που οι αρμονικές καμπύλες της χάνονται σε βάθη άγνωστα.
Έφτασα, συλλογίζεται. Και γέρνει ακόμα πιο πολύ. Εδώ ήταν η συνάντηση, εκείνη η διορισμένη από χρόνο ανύποπτο. Κι η καρδιά της χτυπά να σπάσει από λαχτάρα. Έλα, ψιθυρίζει, έλα κοντά μου. Και σφίγγει το παιδί στον κόρφο της. Ύστερα σφίγγει εκείνον, τον αγαπημένο με τα τρυφερά μάτια και το χέρι της ευγένειας. Τον σφίγγει στον ματωμένο κόρφο της και του ψιθυρίζει τα γλυκύτερα λόγια της αγάπης, λόγια που δεν ειπώθηκαν ποτέ, λόγια που βγήκαν απ’ όλες τις πληγές που κουβαλά κι έχουν μέσα τους όλες τις νύχτες του φεγγαριού κι όλους τους όρκους της μοναδικής αγάπης τους. Κι η μάνα κρατάει το φως το άκτιστο πλάι τους, το κρατάει σφιχτά και χαμογελά. Να πλυθούν και να λευκανθούν και να γιορτάσουν το όνειρο που έγινε Ζωή.
Αναρτήθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό FRACTAL
Οκτώβριο 2014
                                                          *********



"Samuel Beckett – Η εμπειρία της υπαρξιακής οδύνης"
25 χρόνια από τον θάνατο του

Σε χαιρετώ άγιο φως!
Κάποιος με κοιτάζει ακόμα. Γνοιάζεται για μένα ακόμα.
Αυτό που βρίσκω τόσο θαυμάσιο!
Μπορεί κανείς να μιλά ακόμα για τον χρόνο;
Είναι καιρός που δεν σε είδα, Ουίλλυ. Που δεν σε άκουσα.
Μπορεί κανείς;”
Ουίννυ

Πολλές φορές μας συμβαίνουν πράγματα που παραμένουν μέσα μας ανεξήγητα. Και αν σκύψουμε πάνω τους να τα δούμε από κοντά, να καταλάβουμε, τότε τα ερωτήματα μας όχι μόνο θα μεγεθύνουν το Ανεξήγητο που τα καλύπτει, αλλά και θα μας ρίξουν σε δρόμους του μυαλού δύσβατους και εύθραυστους να αναζητάμε εναγωνίως μια απάντηση.

Όταν κάποτε βίωνα το πένθος της ύπαρξης από μια απώλεια που μου είχε στοιχίσει την ψυχή μου, είχα βυθιστεί σε μια σιωπή άφεγγη και εκείνο που ήθελα ήταν να διαβάζω μόνο τα βιβλία του Σάμουελ Μπέκετ. Είχα χαρτογραφήσει βήμα βήμα την άβυσσο του έργου του, αυτή που την είπε ανυπέρβατη, μια ελλιπής καμπύλη “άνω και κάτω μία” όπως την είπε ο Ηράκλειτος, και περπατούσα με τις ώρες, “άνω και κάτω”, περπατούσα ή ακροβατούσα ατέλειωτα πάνω στις αιωρούμενες γραμμές της, και επέστρεφα πάντα στο ίδιο σημείο, αφού η καμπύλη από σημεία μόνο αποτελείται.
Αυτό ήθελα.

Είχε ήδη προηγηθεί η μετάφραση του θεατρικού του έργου “Ω οι ωραίες μέρες”, που με πάθος ιερό είχα κάνει, και ήμουν ακόμα και για πάντα βυθισμένη στην υπαρξιακή ποίηση του λόγου του. Ένιωθα “εθισμένη” στην ψυχική διάλυση που μου είχε προκαλέσει, λέξη λέξη να αποσυνθέτω το πεπρωμένο της ύπαρξης και να φτάνω πάντα στο ίδιο σημείο της δικής του όρασης προσπαθώντας να καταλάβω τη σκέψη του, να μπω στα σύμβολα που χρησιμοποίησε, στον δύσβατο υπερρεαλισμό των ποιητικών του οραμάτων για να μπορέσω να βρω μια απάντηση στη δική μου αγωνία.

Σε εκείνον τον χρόνο της απουσίας και της μπεκετικής αβύσσου, έγραψα το βιβλίο μου “Samuel Beckett – Η εμπειρία της υπαρξιακής οδύνης”.
Πάνε τριάντα τέσσερα χρόνια.
Και το έγραψα με το ίδιο ιερό πάθος με το οποίο είχα κάνει και τη μετάφραση.

Όμως γράφοντας το βιβλίο και περπατώντας ατέλειωτα τις αβύσσους του θεατρικού λόγου του, ή πιο βαθιά, της όρασής του, βγήκα από την άβυσσο.

Με την τελευταία λέξη του βιβλίου μου που έγραψα, διαπίστωσα πως είχα βγει από τα αδιέξοδα του έργου του, αυτά τα σκοτεινά υπαρξιακά αδιέξοδα που ήταν μια προέκταση των φιλοσοφικών αδιεξόδων της δυτικής διανόησης.

Και ήταν τότε που ευθύς ένιωσα την ανάγκη να αναζητήσω τα οράματα της ελληνικής υπέρβασης, της ελληνικής Αρχής της έμπλεης στο δικό μας φως. Και σε αυτό με βοήθησε η μεγάλη υπερβατική ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη. Αλλά και ο ίδιος ο Ελύτης που με βοήθησε να γράψω το αμέσως μετά βιβλίο μου “Οδυσσέας Ελύτης – Ένα όραμα του κόσμου”.

Κοιτάζω τώρα το βιβλίο μου εκείνο “Samuel Beckett – Η εμπειρία της υπαρξιακής οδύνης” και αισθάνομαι δέος στη σκέψη πως θα κυκλοφορήσει ξανά.
Γιατί ετοιμάζεται να επανεκδοθεί.
Και δεν είναι αυτό που με τρομάζει πιο πολύ αλλά το γεγονός ότι θα βγει από τη σιωπή του χρόνου, από την αφετηρία του εκείνη που ήταν κομμάτι της ψυχής μου, και θα συναντήσει ένα τελείως διαφορετικό αναγνωστικό κοινό, γενιές νέες που έζησαν την έπαρση της τεχνολογίας και την κατάρρευση των αξιών. Την ηθική απαξία του ανθρώπου.

Και τώρα έρχομαι στα “ανεξήγητα” που μπορεί καμιά φορά να μας συμβούν.

Όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο τότε, μια φοιτήτρια μου έγραψε ένα γράμμα όπου έλεγε: “Τον τελευταίο καιρό ζούσα τον σπαραγμό μιας μεγάλης απώλειας και το βιβλίο σας αυτό για τον Σάμουελ Μπέκετ με βοήθησε να ξεπεράσω την απώλεια, να βγω από το αδιέξοδο του πόνου που ζούσα”.
Έμεινα άφωνη.
Ποια σχέση θα μπορούσε να έχει ο Σάμουελ Μπέκετ με τον πόνο της απώλειας της φοιτήτριας!
Αυτό παίδεψε το μυαλό μου κάμποσο καιρό, για να καταλήξω να πω πως, ναι, μπορεί και να έχει.
Ναι, θα μπορούσε να έχει κάποια σχέση.
Ναι, σίγουρα έχει κάποια περίεργη σχέση.
Και να ο συλλογισμός, λίγο έξω από τη λογική, αλλά συλλογισμός.

Όταν εγώ έγραφα το βιβλίο μου, προσπαθούσα να βγω από τον πόνο της δικής μου απώλειας. Και ίσως, λέω ίσως, πέρασα μέσα στο κείμενο και πέρα από τις λέξεις, μέσα στη σιωπή που συνέχει τις λέξεις, πέρασα “ίσως, λέω πάλι” την υποσυνείδητη προσπάθεια μου να βγω από το αδιέξοδο της μπεκετικής αβύσσου, όση ποίηση και μαγεία κι αν είχε ο λόγος του, μιας αβύσσου που την είχα ταυτίσει με το προσωπικό μου βίωμα.

Και αυτό, ακριβώς αυτό, και με την ίδια υποσυνείδητη διεργασία, το “έλαβε” η φοιτήτρια με τις αδιόρατες κεραίες της δικής δικής της διαίσθησης.

Και κάτι ακόμα.
Τότε που ζούσα την απώλεια τη δική μου, το έργο του Σάμουελ Μπέκετ ήταν αυτό που με βοήθησε να βγω στο φως. Θα μπορούσα να είχα μείνει για πάντα εκεί στην απώλεια του σκοταδιού.
Και τώρα, τόσα χρόνια μετά, πάλι το έργο του Μπέκετ αναζήτησα για να μπορέσω να βγω από τη σημερινή μου απώλεια ή έστω να την κάνω πιο βατή, πιο ήρεμη.

Και πήρα να γράψω κάποια καινούρια κείμενα για το βιβλίο εκείνο, να συμπληρώσω κάποια κενά, να προσθέσω λίγα αποσπάσματα από τα πολύτιμα γράμματά του που έχω. Στην ουσία, είχα ανάγκη να βυθιστώ και πάλι στο έργο του.
Και αυτό έκανα.

Από το ίδιο εκείνο κείμενο του βιβλίου δεν θέλησα σχεδόν τίποτα να αλλάξω. Γιατί τα κείμενα που γράφονται μέσα στο πένθος της ύπαρξης είναι ιερά. Άσχετα με την όποια λογοτεχνική τους αξία. Αν και το συγκεκριμένο βιβλίο είχε φανατικούς αναγνώστες. Και, νομίζω, έχει ακόμα. Πολλοί μου τηλεφωνούν ζητώντας όσο όσο ένα αντίτυπο. Μου τηλεφωνούσαν από τότε, όταν το βιβλίο είχε εξαντληθεί. Όμως εγώ δεν βιαζόμουν. Αφού χάρισα όλα σχεδόν τα αντίτυπα που είχα, περίμενα υπομονετικά να έρθει η στιγμή.

Υπάρχει η στιγμή για το καθετί.
Ούτε πριν, ούτε μετά.
Τώρα είναι η στιγμή να τραγουδήσω” λέει η Ουίννυ.

Και εγώ συνειδητοποιώ πως, από τότε που έκανα τη μετάφραση “Ω οι ωραίες μέρες” και έτσι όπως λειτούργησε μέσα μου ο ποιητικό λόγος του Σάμουελ Μπέκετ, υπάρχω πάντα σε μια παράλληλη τροχιά με την Ουίννυ.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται για την επέτειο των 25 χρόνων από τον θάνατό του Σαμουελ Μπέκετ.

Μια μεγάλη διάνοια που έλαμψε στο κοσμικό στερέωμα αινιγματική και δύσβατη και άνοιξε δρόμους από μνήμες κοσμογονικές και υπερβάσεις του μυστηρίου. Το μεγάλο προφητικό έργο του έδωσε τη γυμνότητα του σύγχρονου ανθρώπου, την απαξία, την προϋπαρξιακή περιπλάνηση του πνεύματος στις αβύσσους του χρόνου, την ερημία και την αγγελία μιας ερημωμένης επαύριο της ζωής.
 
Υστερόγραφο:
Στα μικρά κείμενα που έγραψα για την επανέκδοση του βιβλίου “Samuel Beckett – Η εμπειρία της υπαρξιακής οδύνης”, αναφέρομαι στην μετά τον θάνατό του προσέγγισή μου στο έργο του, καθώς και στις επιστημονικές έρευνες που γίνονται για την χρησιμοποίηση του έργου αυτού στην κλινική ψυχανάλυση.
Ποιος ξέρει τι το αύριο μας επιφυλάσσει να δούμε.
Και μην ξεχνάμε αυτό που είπε ο Φρόιντ: “Όσο βαθιά και αν κατέβω στην ανθρώπινη ψυχή, βρίσκω εκεί τον Ποιητή που έφτασε πριν από μένα!”   

Αναρτήθηκε στο FRACTAL Δεκέμβριο 2014


                                                             ************



Το εργαστήρι του συγγραφέα «Η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι»,
  Εκδόσεις Πατάκη 2013


MARIA POTHOU - PhotoΌταν ξεκινώ να γράψω ένα μυθιστόρημα, το πρώτο πράγμα που με βασανίζει είναι μια περίεργη αγωνία. Πώς θα ξεκινήσω και ποια γραφή θα χρησιμοποιήσω. Η γραφή μου συνήθως είναι αναλυτική, θα έλεγα μυητική, όμως κάποιες φορές, είναι κοφτή σχεδόν θεατρική. Είναι φορές που σχεδιάζω στο μυαλό μου όλες τις λεπτομέρειες της πλοκής, τη μοίρα ακόμα των προσώπων που πλάθω, την περιπέτεια της ζωής τους, σε σχέση πάντα με κάποιο υπαρξιακό ή μεταφυσικό πρόβλημα που με βασανίζει, σπάνια κοινωνικό. Άλλοτε πάλι, χτίζω τον χώρο, τη στέγη του μυθιστορήματος και αφήνω ελεύθερα τα πρόσωπα να συναντήσουν τη μοίρα τους.
Στο τελευταίο μου μυθιστόρημα “Η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι” το μυαλό μου το παίδευαν κάποιες εικόνες ερήμωσης, κάποιοι άνθρωποι περιπλανώμενοι πεινασμένοι και άστεγοι, κάποια λουκέτα εφιαλτικά στην κάποτε απαστράπτουσα Αθήνα, κάποιοι δρόμοι που σέρνονται εχθρικοί τις νύχτες, με τον φόβο στο μάτι των λίγων περαστικών.
Σε αυτό το μυθιστόρημα δεν με ενδιέφερε η μεταφυσική της ζωής ή ο πόνος των υπαρξιακών ερωτημάτων, αλλά μόνο αυτή η αδίστακτη καθημερινότητα που μας έχει ρίξει στην απόγνωση εδώ και τρία χρόνια. Ήθελα να δώσω τον άνθρωπο της απόγνωσης την ώρα της συντριβής του.
Υπάρχουν κάποιες λέξεις που μόνον αφού τις βιώσει κανείς με προσωπική εμπειρία μπορεί να τις κατακτήσει, πάει να πει, να τις κατανοήσει βαθιά, να τις περάσει στη συνείδησή του. Διαφορετικά μένουν για πάντα έξω από τη συνείδηση, σε μια σφαίρα θεωρητική και απρόσιτη. Και τέτοιες λέξεις είναι: η συντριβή, η απόγνωση, η άβυσσος, καταρρέω, χάνομαι, σπαραγμός. Και άλλες.
Θυμάμαι, τη λέξη “άβυσσο” την είχα μάθει όταν έγραφα το βιβλίο μου “Η επέτειος των ρόδων”. Βέβαια την είχα μάθει πολύ πριν μέσα από ένα αδυσώπητο βίωμα. Στην “Επέτειο των ρόδων” ήταν η νέα γυναίκα που πάλεψε τρεις μέρες με την αγωνία και τα οδυνηρά διλήμματα να σταματήσει την κύηση, γιατί ο άνδρας της την απατούσε, και άλλες τρεις μέρες που έζησε τον σπαραγμό να σώσει το παιδί της. Τη λέξη “άβυσσο” μου την έδωσε “γεωγραφικά” και βιωματικά το έργο του Σάμουελ Μπέκετ. Ήταν όταν δούλευα τη μετάφραση του έργου του “Ω οι ωραίες μέρες”.
Όμως τη λέξη “συντριβή” την ένιωσα σε όλο το τρισμέγιστο βάθος της, όταν έγραφα το μυθιστόρημα “Η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι”. Τα πρόσωπά μου συντρίβονται μέσα στη δική τους μοναχική ώρα. Το καθένα ξεχωριστά βιώνει τη δική του συντριβή. Καταρρέει. Ταπεινώνεται. Και μετά μαζεύει τα συντρίμμια του, τα ερείπια της ζωής του, και προσπαθεί να βγει στο φως, να αναδυθεί.
Στο μυθιστόρημα αυτό δεν άνοιξα εγώ τους δρόμους να βαδίσουν οι ήρωες μου. Τους άφησα να βρουν μόνοι τους την περιπέτεια. Να κάνουν τα λάθη τους, να πονέσουν, και το πιο σημαντικό, να καταλάβουν τι σήμαιναν τα λάθη και πώς θα μπορούσαν να κερδίσουν τον χαμένο χρόνο τους.
Όταν ξεκίνησα να το γράφω, δύο πράγματα με παίδευαν σαν καταστάσεις συνείδησης. Το ένα ήταν η φράση του Σάμουελ Μπέκετ: “Το παρελθόν είναι μέσα μας δύσβατο και απειλητικό”. Και το άλλο: Η στιγμή της συντριβής. Η στιγμή που όλα γύρω καταρρέουν ενώ είσαι αθώος.
Ο πρώτος άξονας, αυτός του παρελθόντος, έχει μέσα του την έννοια του χρόνου, που σε κάθε μυθιστόρημά μου κυριαρχεί, γιατί στην ουσία είναι στοιχείο της υπαρξιακής αγωνίας.
Ήθελα να αποδείξω πώς ο χρόνος, η στιγμή, αιχμαλωτίζει τη ζωή μας και μας οδηγεί ανύποπτους σε καταστάσεις που δεν μπορούμε να ελέγξουμε. Περιστατικά που τα ξεχάσαμε είναι ικανά να εξουσιάζουν ασυνείδητα τις σκέψεις μας. Γιατί στην πραγματικότητα τίποτα δεν ξεχάσαμε. Το καθετί υπάρχει μέσα μας άγρυπνο κι ας νομίζουμε πως το ξεχάσαμε, σαν τον στίχο του Έλιοτ “Το έκανα αυτό, το ξέχασα και το θυμούμαι”.
dipsa
“Το παρελθόν είναι μέσα μας δύσβατο και απειλητικό”
“Οι λέξεις και οι έννοιες έχουν πολλές προσεγγίσεις. Και μπορούν να ενεργοποιήσουν έναν κόσμο ολόκληρο μέσα μας. Λες μια λέξη ή σχηματίζεις μια εικόνα, και ξυπνά μέσα σου ένα ολόκληρο τοπίο, αναδύεται από την ομίχλη της ψυχής σου και σε γεμίζει ευφροσύνη ή τρόμο. Οι χώροι που ξυπνούν με τον σχηματισμό μιας λέξης είναι απόλυτα δεμένοι με αυτό που ζήσαμε εκεί. Ή να το πω αλλιώς: Είναι παράφορα δεμένοι με την ψυχή μας. Το ίδιο το βίωμα τους κάνει τοπία εσωτερικά, δικά μας. Για παράδειγμα, λες “τρεχούμενο νερό”, και μπορεί να ξυπνήσει ολόκληρη η παιδική σου ηλικία, αν τύχει και μεγάλωσες πλάι σε τρεχούμενα νερά. Τίποτα μέσα στο παρελθόν δεν είναι από μόνο του απειλητικό ή δύσβατο. Εξαρτάται από το πώς εμείς βιώσαμε τον χρόνο μας μέσα του. Απειλητικό είναι μόνο το σκοτάδι που το καλύπτει. Αυτό το κάνει δύσβατο ή και άβατο. Γι” αυτό πρέπει να το ανεβάσουμε στο φως. Να το ευμενίσουμε. Να σπάσουμε το φράγμα του φόβου που μας κρατά έξω από τη δύναμή του. Γιατί όσο πιο πυκνό σκοτάδι το καλύπτει, τόσο πιο απειλητικό φαντάζει. Εσύ η ίδια θα δεις, όταν τελειώσουμε τις συνεδρίες, όταν θα πάρουμε μαζί όλα αυτά τα κομμάτια της ιστορίας σου και θα τα συγκολλήσουμε για να σχηματιστεί από την αρχή το κομματιασμένο σου πρόσωπο, όπως εσύ το χαρακτήρισες, θα δεις πόσο απελευθερωμένη θα αισθανθείς”.

Το εργαστήρι του συγγραφέα
Αναρτήθηκε στο περιοδικό FRACTAL
....... 2013









 Αντιγόνη Ή Νοσταλγία της Τραγωδίας - Η σύγχρονη αίσθηση του Τραγικού
 
 
Jacques LACARRIERE
 
 
Η Μύρινα – σ' ένα οδοιπορικό μνήμης

 Τα βουνά ανήκουν στο Χρόνο και στην Ιστορία - στους μύθους που κουβαλούν

 Είμαστε οι ηττημένοι των θεών

 «Θα βρείτε τα οστά μου υπό βροχήν…»

 Μη φεύγεις πάνω στα νερά

 Ο άνθρωπος με τα ματωμένα μάτια

 Σχολείο δεύτερης ευκαιρίας: ο Κορυδαλλός

 Μια ερειπωμένη αίσθηση και πονά

 Το μοναχικό άστρο

 Μια σχέση γοητείας με τη φθορά

 Τα θαύματα θυμώνουν όταν δεν τα πιστεύεις

 Ο Ήλιος της Δικαιοσύνης

 Η αποτραγικοποίηση του ανθρώπου - διά της θυσίας του Αβραάμ

 Η γνωριμία μου με τον Μπέκετ - Μια διάνοια που συγκλόνισε τον αιώνα μας

 Η Μάνα


«Μνήμη Μίνωα Πόθου,

ενός σεμνού ανθρώπου των γραμμάτων»

Γράφει ο Πασχάλης Πράντζιος // * 

Πριν λίγες μέρες έφυγε από τη ζωή ένας πολύ σεμνός άνθρωπος των γραμμάτων μας, ο Μίνωας Πόθος, και αξίζει να τον κατευοδώσουμε με την αγάπη μας. Καίτοι γεννημένος στον Άγιο Νικόλαο της Κρήτης, τα περισσότερα χρόνια του τα έζησε ανάμεσα στην Αθήνα και στη Λήμνο, όπου ήταν ιδιαίτερα αγαπητός.
ΜΙΝΟΣ ΠΟΘΟΣΠαράλληλα με τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις (διετέλεσε επί σειρά ετών εκπρόσωπος της Ελλάδας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και λίγο αργότερα εκπρόσωπος του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικών Υπηρεσιών στην Ευρωπαϊκή Ένωση), ασχολήθηκε με τη μετάφραση εκλεκτών λογοτεχνικών βιβλίων, από γαλλικά και αγγλικά, και υπήρξε από τους πιο βασικούς μεταφραστές του Ελληνιστή Jacques Lacarière (Μαρία Αιγυπτία, Συγγραφική πορεία, Με τα φτερά του Ίκαρου, Η σκόνη του κόσμου). Ο ίδιος ο Λακαριέρ πολλές φορές του έγραψε πως οι μεταφράσεις του ήταν τα καλύτερα δώρα που του έκαναν ποτέ. Μετέφρασε ακόμα το σπουδαίο βιβλίο «Πέρα από την αγάπη» του Ντομινίκ Λαπιέρ, που αναφέρεται στον αγώνα των γιατρών και νοσηλευτών, όπως η Μητέρα Τερέζα, για την ανακάλυψη του ιού του aids και την περίθαλψη των πασχόντων.

Μετέφρασε, ακόμα, Σέλμα Λάγκερλεφ, Το «Θαυμαστό ταξίδι», Κίπλιν, Μαργκερίτ Ντυράς, Ίαν Τέρλοου, και άλλα, μεταξύ των οποίων θεατρικά έργα και μυθιστορήματα της Μαρίας Λαμπαδαρίδου Πόθου, όπως «Antigone Or The Nostalgia of Tragedy» που παίχτηκε στο πανεπιστήμιο Hayward της Καλιφόρνιας με καλλιτεχνική επιμέλεια της θεατρολόγου Rhoda Kaufman και σε σκηνοθεσία του πανεπιστημιακού καθηγητή Edgardo De La Cruz. Στη συνέχεια το έργο αυτό, σε μετάφραση Μίνωα Πόθου πάντα, συμπεριλήφθηκε στο θεατρικό τόμο των εκδόσεων Guernica του Καναδά, «A woman of Lemnos».

Επίσης, μετέφρασε ένα μονόπρακτο του Σάμουελ Μπέκετ, “Radio Two”, που παρουσιάστηκε από το Ραδιόφωνο της ΕΡΤ και στη συνέχεια δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Θέματα Λογοτεχνίας».

Έγραψε και ένα παιδικό βιβλίο με τίτλο «Ταξίδια πέρα από το Διάστημα», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη το 1986 και έκανε τρεις επανεκδόσεις. Ήταν ιστορίες που έλεγε στο γιο του, όταν ήταν μικρός.

Σε ένα μικρό εξομολογητικό βιβλίο του, «Το θέατρο στη ζωή μου», αναφέρεται στη μεγάλη αγάπη που είχε από παιδί για το θέατρο και, όταν κάποτε βρέθηκε με υποτροφία στην Αμερική, έκανε ιδιαίτερες σπουδές θεάτρου, όμως όπως ομολόγησε μετά, ο αγώνας για την επιβίωση δεν του επέτρεψε να ασχοληθεί όσο θα ήθελε με αυτό. Στο μικρό αυτό βιογραφικό βιβλίο του, δημοσιεύει το μοναδικό θεατρικό έργο που είχε γράψει στα δεκαεπτά του χρόνια με τίτλο «Πέρασαν οι Γερμανοί, δράμα σε τέσσερις πράξεις», ένα έργο που πραγματικά φανερώνει τη θεατρική σπίθα που έκρυβε.

Όταν ανακοίνωσα στη Μαρία Λαμπαδαρίδου Πόθου την πρόθεσή μου να γράψω για τη σεμνή παρουσία του Μίνωα Πόθου στα γράμματά μας, απάντησε: «Τόσο πολύ πίστευε στα βιβλία μου αλλά και με βοήθησε να τα γράψω, που σήμερα αισθάνομαι – και είναι δίκαιο να το πω – ότι τα πιο ώριμα και πολύμοχθα βιβλία μου τα οφείλω σ’ εκείνον, οφείλω να πω ακόμα ότι μπόρεσα και τα έγραψα, γιατί εκείνος με ενθάρρυνε και είχε απίστευτη υπομονή».

Εκείνο που χαρακτήριζε τον Μίνωα Πόθο ήταν η βαθιά ευγένειά του, η αχάραγη εντιμότητα που τον διέκρινε και η απέραντη καλοσύνη της ψυχής του.

Καλό σου ταξίδι αγαπητέ μας Μίνωα.

Θα υπάρχεις στη μνήμη μας μέσα από το έργο σου, που ο ίδιος το χαρακτήρισες ταπεινό αλλά και μέσα από τα αγαπημένα σε όλους μας βιβλία της Μαρίας, που όπως είπε η ίδια, χάρη σε σένα γράφτηκαν.
Όμως γι’ αυτό και θα σε ευγνωμονούμε.


* Ο Πασχάλης Πράντζιος είναι Φιλόλογος – συγγραφέας

Αναρτήθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό FRACTAL τον Ιούλιο 2914

                                                   *************
"Δεν έχω από σένα παρά τη γη, όπου κοιμάται ο πατέρας μου.
Η πορεία της ζωής του ολόκληρη δεν ήταν παρά
μια “επιστροφή” του στη γη σου.
Δεν ξέρω από σένα παρά τις μνήμες του, μέσα από έναν ήλιο
κάθετο πάνω στην πέτρα σου. Πληγή βαθιά κι αγιάτρευτη, όπου ...

παλιρροεί ο χρόνος στις πηγές σου, Σπίτι της Μικρασίας.
Μέσα από τούτη την πληγή της μνήμης
μέσα από τούτη την παλιρροή γεννήθηκα”
Από το βιβλίο “Σπίτι μου της Μικρασίας” 
Αναρτήθηκε στις 13 Απριλίου 2014

“Δεν έχω από σένα παρά τη γη, όπου κοιμάται ο πατέρας μου.
  Η πορεία της ζωής του ολόκληρη δεν ήταν παρά 
  μια “επιστροφή” του στη γη σου. 
  Δεν ξέρω από σένα παρά τις μνήμες του, μέσα από έναν ήλιο 
  κάθετο πάνω στην πέτρα σου. Πληγή βαθιά κι αγιάτρευτη, όπου 
  παλιρροεί ο χρόνος στις πηγές σου, Σπίτι της Μικρασίας.
  Μέσα από τούτη την πληγή της μνήμης
  μέσα από τούτη την παλιρροή γεννήθηκα”
                    Από το βιβλίο “Σπίτι μου της Μικρασίας”


Like · ·