μοτο

Γράφω γιατί έτσι μόνο μπορώ να υπάρχω. Έτσι μόνο να αναζητώ τη διαίσθηση μου για τον κόσμο και για την ύπαρξη.
Να συνειδητοποιώ την κάθε στιγμή που ζώ για να βρω το ουσιώδες που κρύβει, να το μεταποιήσω σε ποίηση, σε ομορφιά.
Την ομορφιά αναζητώ γράφοντας, το χαμένο ιερό της ψυχής.
Κι όταν ακόμα μιλώ για τον φόβο ή τη σκληρότητα, την ομορφιά αναζητάει η ψυχή μέσα στη δικαιοσύνη και την υπέρβαση.

Να γι’ αυτό έγραψα όσα έγραψα, για να πλουτίσω την ψυχή μου.

Να δω λίγο πιο πέρα αυτό που δεν φαίνεται.

Την άλλη αλήθεια.


Αναγνώστες






                                 Μόλις κυκλοφόρησε
Ιούνιος 2016





Τα Μονοπάτια του Αγγέλου μου


Τα φιλντισένια μονοπάτια της ζωής μου”


 Συνέντευξη με τον δημοσιογράφο Γιώργο Κιούση

 Τα Μονοπάτια του Αγγέλου μου, τα φιλντισένια μονοπάτια της ζωής μου”.
Δεν υπάρχει καμιά διαδρομή ζωής με φιλντισένια μονοπάτια. Για τον κάθε ανθρώπινο βίο, οι δρόμοι σχεδόν πάντα είναι σπαρμένοι με αγκάθια και παγίδες. Όμως στο βιβλίο αυτό υπάρχει μια μεταφορά, μια αντίφαση.
Για όσους έχουν διαβάσει το μυθιστόρημά μου “Ο Άγγελος της Στάχτης”, και είναι αρκετοί οι αναγνώστες του, ξέρουν πως ο “Άγγελός” εκείνος βγήκε από την ερημία της νύχτας, που ήταν τα χίλια χρόνια της περιπλάνησής του, ώσπου να βρει τη Μνήμη και τη Γνώση του εαυτού του. Και τότε, το πονεμένο σώμα του έγινε σεντιφένιο και το μαύρο ρούχο του άσπιλο λινό. Τα μάτια του που ήταν από άβατο σκοτάδι έγιναν φίλντισι και φως.
Σε εκείνο το “φίλντισι” αναφέρομαι. Σε εκείνον τον “Άγγελο!”
Και σε εκείνα τα ασφοδελά μονοπάτια περπάτησα, του “Αγγέλου της Στάχτης”, σε εκείνα τα “ευρώεντα κέλευθα” της ορφικής δίψας, γιατί εκεί με έβγαλαν οι περιστάσεις της ζωής μου. Από όλα τα μυθιστορήματα που έγραψα, με εκείνον τον λυπημένο Άγγελο, τον απορριμμένο από όλα τα στοιχεία της φύσης, ταυτίστηκα και τον είπα επαλήθευση της ζωής μου. Έτσι περπάτησα μαζί του αναζητώντας τη δική μου “αυτογνωσιακή” μνήμη και τις απαντήσεις στις δικές μου αγωνίες.
Και είναι αυτός ο λόγος που είπα για για το βιβλίο τούτο, πως είναι ένα “δώρο” στους αναγνώστες μου. Δώρο το λογαριάζω. Γιατί εκείνοι που αγάπησαν τον “Άγγελο της Στάχτης”, από όποια οπτική και αν τον πλησίασαν, πάντα θα τον έχουν στην καρδιά τους σαν “δώρο”. Και στο βιβλίο αυτό, εκείνα τα μονοπάτια της ομίχλης ξετυλίγονται από άλλους δρόμους και με διαφορετικές πατημασιές ζωής.
Έτσι, γράφοντας για τα “Μονοπάτια” της δικής μου ζωής, που είναι σελίδες από τα αμέτρητα ημερολόγια που κρατούσα, όπως το λέω, και που δεν είχα το κουράγιο να καταστρέψω, βρήκα πως όλοι οι δρόμοι που πήρα, οι δρόμοι όπου με έβγαλαν οι συγκυρίες ή το απροσδόκητο του βίου, με πλησίαζαν πάντα στα ασφοδελά μονοπάτια του Αγγέλου μου, αυτά τα τυλιγμένα στην ομίχλη μιας άλλης ζωής αθέατης, μιας άλλης γνώσης δύσβατης ή και άβατης. Βήμα βήμα πατούσα στις ίδιες τις πατημασιές του, να βρω τις απαντήσεις στα δικά μου υπαρξιακά ερωτήματα ή ίσως αναζητούσα κάποιο φως που θα σήμαινε τη δική μου υπέρβαση. Με αυτή την έννοια ονομάζω το βιβλίο αυτό “δώρο”.

Στους δρόμους του φεγγαριού, στο πρώτο μέρος των ημερολογίων σας, οι απαρασάλευτες νεότητες;”
Οι μαγικές και απαρασάλευτες νεότητες. Έτσι τις είδα. Για τον καθένα υπάρχει μια κρυφή γωνιά μέσα στην ψυχή του, όπου με ιερότητα φυλάει τα τοπία της νιότης του. Τα καθαρά εκείνα τοπία από ποίηση (η νεότητα από μόνη της είναι μια αστείρευτη ποίηση) και από φεγγάρι και μοναχική ώρα. Και τίποτα δεν είναι πιο ιερό ή πιο μαγικό από τα τοπία εκείνα, που ο άσωτος χρόνος τα κάνει φίλντισι και φως μέσα στη μνήμη, μέσα στη νοσταλγία της μνήμης, μέσα στον άσωτο πόνο της νοσταλγίας – ακόμα και αν ήταν χρόνια τραυματικά. Γιατί η νεότητα έχει τη δύναμη να υπερβαίνει το όποιο τραύμα και να γίνεται μαγική μέσα στη νοσταλγία της μνήμης.
Έτσι σαν τη μνήμη του νερού η κάθε μοναχική στιγμή της ζωής μας. Μια διαδρομή που χάνεται στη ροϊκότητα του χρόνου και ταυτόχρονα παραμένει αναλλοίωτη στον αιώνα. Έτσι αναλλοίωτες και λάμπουσες παραμένουν οι νεότητες εκείνες μέσα στα βάθη του μυαλού. Στα ανεξιχνίαστα και ακοίμητα βάθη της ψυχής, που κανείς δεν ξέρει με ποια κριτήρια επιλέγει αυτό ή εκείνο το περιστατικό της ζωής μας να το διαφυλάξει στα σεντούκια της. Και συνήθως τα περιστατικά αυτά, δεν είναι από τα πιο λαμπερά αλλά από τα πιο ταπεινά, ίσως γιατί σε αυτά βρίσκεται το ουσιώδες.

Και ακολουθούν “οι δρόμοι της ψυχής”
Ή. η δύναμη της παρατήρησης
Είναι οι μέσα οράσεις αυτές. Ο κάθε άνθρωπος θα φτάσει σε μια ηλικία που θα αναζητήσει κάποιες άλλες αλήθειες, κάποια άλλη γνώση. Αυτές τις αλήθειες που τις κατέκτησε εμπειρικά και που δεν τις περιείχαν τα βιβλία που διάβασε. Κι εγώ μίλησα εκεί για τις δικές μου αλήθειες. Ενδοσκοπώντας τον εαυτό μου στην κάθε στιγμή, για να κρατήσω τις σημειώσεις στα ημερολόγια μου, ανακάλυψα κι εγώ η ίδια πως όσο πλήθαιναν οι ρυτίδες στο σώμα από τον πανδαμάτορα, τόσο πιο διαυγείς γίνονταν αυτές οι “μέσα οράσεις”. Υπήρχε μια διαφάνεια σαν αυτή του Πλωτίνου. Ήταν η φιλοσοφική “νεότητα” του Πλωτίνου, όπου το σώμα, δουλεμένο σαν κόσμημα από τη φθορά του χρόνου, απελευθέρωνε τις μέσα οράσεις. Αυτά ήθελα να τα συμπεριλάβω στα “Μονοπάτια μου”. Γιατί έβρισκα πως ήταν μια διαδρομή εμπειρίας και σκέψης που έβγαζε σε ξέφωτο. Αλλά και γιατί ήταν μια ενδογενής παρατήρηση. Παρατήρηση συνεχιζόμενη που γίνεται δύναμη γνώσης.
Παρατήρηση, λοιπόν. Και μαζί διαπίστωση, που αφορά στο κάθε ανθρώπινο πλάσμα που θα σκύψει μέσα του στην υπαρξιακή του ώρα.
Και ύστερα, ήρθε ο στίχος του Ελύτη για να επιβεβαιώσει αυτές τις σκέψεις μου.
Το φως δουλεύοντας τη σάρκα” λέει στο “Φωτόδεντρο”.
Σαν να είναι η ανθρώπινη σάρκα ένα πολύτιμο κόσμημα που το λειαίνει και το “δουλεύει” το φως.
Έτσι έγραψα “ΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΜΟΥ”.
Γιατί έτσι, ακριβώς έτσι μου αρέσει να σκέπτομαι τη λέξη “γηρατειά”, έτσι με την ώριμη γνώση του Πλωτίνου που αντιφεγγίζει μια άλλη νεότητα αντίστροφη.
Όμως για να διατυπωθεί αυτή η παρατήρηση, αυτή η διαπίστωση, συμπαρέσυρε και όλα τα γεγονότα που την δημιούργησαν. Αυτά που βαθαίνουν τις ρυτίδες και που πονούν.
Σήμερα πιστεύω πως είναι μια ανθρώπινη νίκη ενάντια στον χρόνο, να μπορέσει κανείς να πει τον λόγο του Ελύτη – να τον πει και να τον βιώσει:
Να τι είναι αυτό που περιμένω κάθε χρόνο, με μια ρυτίδα περισσότερο στο μέτωπο, μια ρυτίδα λιγότερο στην ψυχή: την πλήρη αντιστροφή, την απόλυτη διαφάνεια”.
Και όχι μόνον αυτό.
Πέρα από τα προσωπικά γεγονότα της ζωής μου, κάποιες παρόμοιες διαπιστώσεις με ώθησαν περισσότερο στην απόφαση να βγάλω το βιβλίο “Τα Μονοπάτια του Αγγέλου μου”. Γιατί, δεν μοιράζεται κανείς εύκολα τις προσωπικές σκέψεις του, γενικά την προσωπική του ζωή δεν την μοιράζεται με τον αναγνώστη, όσο κι αν πιστεύει πως ο αναγνώστης αυτός αγάπησε τα βιβλία του.
Όμως σκέφθηκα πως και αυτές ακόμα οι σκέψεις που γεννιούνται από τις προσωπικές μας εμπειρίες, αυτές οι διαπιστώσεις που τις επιβάλλει η δύναμη της παρατήρησης και που βγήκαν από τα προσωπικά μας γεγονότα, δεν είναι δικές μας μόνον. Τις ίδιες διαδρομές διανύει ο κάθε άνθρωπος, με διαφορετικά γεγονότα και περιστατικά για τον καθένα, όμως μέσα από τις ίδιες διαδρομές περνά για να φτάσει στις δικές του διαπιστώσεις, στη δική του άμυνα.
Και είπα, εγώ είχα το χάρισμα, ή και όχι χάρισμα, αλλά απλή σύμπτωση τύχης, να τα δω όλα αυτά. Και αφού τα έγραψα και τα συγκέντρωσα στα άπειρα ημερολόγια, είπα πως ίσως είχα χρέος να τα μοιραστώ. Κάπως έτσι.
Όμως δεν θέλω να αισθάνομαι σαν να απολογούμαι. Έβγαλα το βιβλίο, γιατί αυτό ήθελα να κάνω. Και η απάντησή μου αυτή αφορά και σε εκείνους που με αγωνία με ρωτούν: γιατί έβγαλα αυτό το βιβλίο. Την ίδια απάντηση τους δίνω: Αυτό ήθελα να κάνω.
Και οι λίγοι που θα το αγαπήσουν μου είναι αρκετοί για να δικαιώσουν τη δύσκολη απόφαση που πήρα.   

Και ο κ. Κιούσης ρωτά: “ταξίδι στο όνειρο ο κινούμενος χρόνος;”
Ναι, μαγικό ταξίδι στο όνειρο. Όταν ήμουν νέα έλεγα, θα έχω γεράσει μόνον όταν δεν θα μπορώ πια να ονειρεύομαι. Όμως έχει τόσο μαγικές δυνάμεις το όνειρο, το εν εγρηγόρσει όνειρο, που όσο κανείς μπορεί να υπάρχει σε μια ισότιμη εγρήγορση του νου, πάει να πει, όσο θα μπορεί να συνειδητοποιεί έστω και ανεπαίσθητα πως μαζί του συμπορεύεται “κινούμενος ο χρόνος” τότε θα διαπιστώσει πως μόνον ονειρευόμενος μπορεί να βρει μια άμυνα για να τον αγνοήσει. Γιατί ο πας ανθρώπινος βίος, ακόμα και κλεισμένος σε μοναχικό δωμάτιο, συναντά τον λόγο του ψαλμωδού “εν οδώ!”
Εν οδώ” πορευόμαστε, ερήμην μας. Και αυτό είναι απαρασάλευτο σαν τις νεότητες. Και κανείς ας μην κάνει τον έξυπνο, όπως συνηθίζεται στις μέρες μας, απορρίπτοντας την όραση ή την “παρατήρηση” του άλλου. Κι αν είπα πριν πως το ένιωσα σαν χρέος να δημοσιοποιήσω αυτές τις εμπειρικές μου διαπιστώσεις ήταν γιατί με παίδευε ο λόγος του Ηράκλειτου πως ο Λόγος είναι κοινός, “του δε λόγου δ΄εόντος “κοινού” (ξυνού), είπε.
Που σημαίνει, αυτό που είναι δικό μας είναι και των άλλων.
Και εδώ, θέλω να ευχαριστήσω τις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ που, εν μέσω κρίσης σκληρής και απειλητικής, έβγαλαν με τόση φροντίδα “ΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΜΟΥ”.
Και για τον Ράλλη Κοψίδη για τον οποίον ρωτά ο κ. Κιούσης, επειδή έχω στο βιβλίο ένα πορτρέτο νεανικό που μου είχε κάνει

Ναι, μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά, στη Μύρινα της Λήμνου. Μια φτωχική τότε αλλά και μαγική γειτονιά. Με μια πέτρινη βρύση, σκαλιστή. Και με μια αλάνα όπου τη νύχτα έβγαιναν τα φαντάσματα. Κάποτε μου ζήτησε να του γράψω τη βιογραφία του. Έγραψα αρκετές σελίδες, που κάπου τις έχω ακόμα, αρκετά πράγματα που μου τα θύμιζε όποτε τον συναντούσα στη Γλυφάδα ή στο σπίτι μου. Όμως μετά παραιτήθηκα. Κανείς δεν μπορεί να γράψει τη βιογραφία του άλλου, είπα. Γιατί δεν μπορεί να ξέρει πώς ο ίδιος αισθανόταν. Δεν μπορεί να ξέρει σε ποιες διαδρομές της ψυχής του περπάτησε. Μπορεί να γράψει μόνον αυτά που έκανε. Τα έργα της ζωής του. Αυτά που είναι τα “ανθρώπων έργα”. Ή, όπως τα λέει ο ψαλμωδός: “Έργα χειρός ανθρώπου”. Όμως ποτέ δεν μπορεί να φτάσει σε αυτά τα γεγονότα, στις μικρές ασήμαντες λεπτομέρειες που τον ώθησαν να κάνει αυτό ή εκείνο το έργο. Μόνον ο ίδιος μπορεί.
Όταν έφυγε ο Ράλλης Κοψίδης από τη Λήμνο, έριξε πέτρα πίσω του. Τόσο πικρά και στερημένα ήταν τα χρόνια τότε, αρχίζοντας από την πείνα της Κατοχής, όπου βρέθηκε παιδί. Και τότε η μητέρα του η κυρία Δέσποινα, μια αγωνιστική γυναίκα, έπαιρνε κάποιες ζωγραφιές που έκανε ο Ράλλης, παιδί ακόμα αλλά πανέμορφες ζωγραφιές, που τις θυμάμαι, και πήγαινε στα χωριά να τις ανταλλάξει με λίγο σιτάρι.
Και ύστερα, χρόνια μετά, όταν είχε πουλήσει το σπίτι του και επρόκειτο να το κατεδαφίσουν, το έβγαλα μια φωτογραφία και του την πήγα. Κι εκείνος τρελάθηκε από τη χαρά του, από τη συγκίνηση που ένιωσε. Σχεδόν όλα τα κατοπινά έργα του ήταν παραλλαγές της φωτογραφίες εκείνης του σπιτιού του.
Και τότε μου έκανε δώρο αυτό το ζωγραφικό του δικού μου σπιτιού, όπως το θυμόταν.
Αναρτήθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΕΡΓΑ
21 Ιουνίου 2016
*******************************************


Μαζεύω τα υπάρχοντά μου

Περιουσίες όλο αστροφεγγιές
Και δωρεάν φθινόπωρα
Και θέα προς το Αμίλητο
!


Συνέντευξη στην Αναστασία Σπυριδάκη για τον συλλογικό τόπο της ποίησης ΜΑΖΕΥΩ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΜΟΥ

Κυρία Λαμπαδαρίδου Πόθου, είναι το τελευταίο σας βιβλίο αυτό «Μαζεύω τα υπάρχοντά μου» που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος, ένας τόμος 470 σελίδων. Πέστε μας τι είναι ακριβώς και τι σημαίνει για σας.

Ο τίτλος είναι ολόκληρο το τετράστιχο: «Μαζεύω τα υπάρχοντά μου / περιουσίες όλο αστροφεγγιές / και δωρεάν φθινόπωρα / και θέα προς το Αμίλητο». Είναι το ξεκαθάρισμα της ζωής μου, ο απολογισμός, οι «περιουσίες» μου από αστροφεγγιές και δωρεάν φθινόπωρα. Βλέπετε, «περιουσία» δεν είναι μόνο ό,τι εκφράζεται σε χρήμα. Είναι και το θησαύρισμα της ψυχής σε μνήμες. Αυτό είναι το βιβλίο. Μια διαδρομή ζωής και ποίησης. Μάλλον, η διαδρομή της ζωής μου μέσα από την ποίηση. Περιλαμβάνει έντεκα ποιητικές συλλογές, από την πρώτη νεότητα έως σήμερα. Και ανάμεσα στις ποιητικές συλλογές, η ζωή μου. Τίποτα δεν μου ήταν πιο δύσκολο από το να γράψω για τη ζωή μου. Για τα βήματα που με έφεραν από τη μία ποίηση στην άλλη, για τα γεγονότα που με χάραξαν, για τον πόνο – τον πόνο τον υπαρξιακό και τον πόνο τον ανθρώπινο που μεταποιεί τη ζωή σε τέχνη. Όμως η ποίηση είναι πρώτα ζωή. Και ήταν η ώρα να σκύψω μέσα μου να δω ποια πράγματα χάραξαν την ψυχή μου. Ή, αλλιώς, πώς γράφτηκαν τα βιβλία μου και γιατί.

Στις αποσκευές κάθε ανθρώπου ανιχνεύουμε πάντα σημαντικά στοιχεία από τον τόπο καταγωγής του. Πόσο μάλλον, ενός πνευματικού ανθρώπου, του οποίου το σύνολο του έργου του είναι διαποτισμένο με συνειδητές ή ασυνείδητες αναφορές στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Πέστε μας αν, και στο νέο σας αυτό βιβλίο, η Λήμνος κατέχει ξεχωριστεί θέση.

Την πιο ξεχωριστή. Στην ουσία, είναι η διαδρομή της ζωής μου μέσα από τα βιώματα της Λήμνου, βιώματα της παιδικής ηλικίας, της εφηβείας. Όμως εκείνο που έχει σημασία είναι το πώς τα βιώματα αυτά έγιναν βιβλία. Τι ήταν για μένα η Λήμνος. Η Λήμνος της Κατοχής, η Λήμνος της εγκατάλειψης – όταν ακόμα ήταν ένα νησί ξεχασμένο πάνω στο χάρτη – η Λήμνος της πρώτης ονειροπόλησης. Ο Ρίλκε λέει πως οι τόποι όπου ονειρευτήκαμε παιδιά, οι τόποι όπου ζήσαμε την πρώτη μοναξιά μας, δένονται παράφορα με το χρόνο της ωριμότητας. Τίποτα δεν είναι πιο αληθινό από αυτό. Και λέει ακόμα: όσο πιο ταπεινοί είναι οι χώροι όπου ζήσαμε παιδιά, τόσο πιο πλούσια γίνεται η φαντασία όταν τους αναπλάθει.

Όταν κανείς σκύψει μέσα του να δει ποια πράγματα της ζωής του φύλαξε η ψυχή στα σεντούκια της μνήμης, θα βρει ότι δεν είναι ούτε τα πιο σπουδαία ούτε τα πιο φανταχτερά αλλά, αντίθετα, τα πιο ταπεινά και γι’ αυτό τα πιο ουσιώδη. Γιατί η ψυχή γνωρίζει το ουσιώδες – αυτό που συνήθως γλιστρά και χάνεται στην καθημερινότητα των ταραγμένων καιρών μας.

Θεωρείτε ότι αυτό βιβλίο σας είναι ένα είδος εκμυστήρευσης ένα είδος προσωπικής κατάθεσης; Τι σας έκανε, σ’ αυτή τη φάση της ζωής σας, να κάνετε αυτή τη μεγάλη εκμυστήρευση στο κοινό σας;

Όταν έχεις γράψει σαράντα ένα βιβλία – δεκαεφτά μυθιστορήματα σε πολλαπλές ανατυπώσεις, όταν έχεις μοιραστεί με τον αναγνώστη τις πιο μύχιες υπαρξιακές στιγμές σου, τους μεταφυσικούς σου φόβους, τις ανασφάλειες, τη διαίσθησή σου για τον κόσμο και για την ύπαρξη, όταν έχεις εκτεθεί ανοχύρωτος στα μάτια του, τότε, έρχεται μια στιγμή που αισθάνεσαι την ανάγκη να του μιλήσεις πιο ανοιχτά, πιο προσωπικά. Οι αναγνώστες που αγάπησαν τα βιβλία μου ξέρω πως περπάτησαν στα μονοπάτια της κάθε αγωνίας που περιέχουν, έκαναν δικές τους τις αγωνίες αυτές, το φόβο για το χρόνο, για το θάνατο, για τον εκπεσμό της ανθρώπινης αξίας, για την έπαρση του νέου κόσμου που ξημέρωσε και ισοπέδωσε τη ζωή μας. Είναι συνταρακτικά τα γράμματα που λαβαίνω. Υπάρχει η δίψα για κάτι πιο ουσιώδες. Είναι πολλοί οι αναγνώστες που ζητούν την καθαρότητα της αξίας στη ζωή τους. Σήμερα, βλέπετε, το καθετί έχει μονάδα μέτρησης το κέρδος. Όλη η ζωή μας είναι ένα κάτοπτρο που αναμεταδίδει τη λέξη κέρδος. Εγώ θεωρώ πως η ποίηση είναι μια αντίσταση στην αντίληψη αυτή.

Και ας ξέρω πως το ποιητικό αυτό βιβλίο δεν πρόκειται να πουλήσει. Δεν πουλάει η ποίηση έξω από ένα δυο εξαιρέσεις. Όμως για μένα είναι η αντίσταση.

Δεν φτάνει να λέμε κάνουμε πολιτισμό γιατί κάνουμε τέχνη ή γιατί βοηθάμε την τέχνη. Το θέμα είναι, ποια είναι η αντίληψή μας για τον πολιτισμό και για την τέχνη.
Από εκεί ξεκινάει ο πολιτισμός, από την αντίληψή μας γι’ αυτόν.

Μέσα σε όλα σχεδόν τα μυθιστορήματά σας, ιδιαίτερα τα ιστορικά, υπάρχει η Λήμνος. Και δεν ξεχνάμε το πολύ αγαπημένο στη σημερινή νεολαία μυθιστόρημά σας «Η Μαρούλα της Λήμνου». Πώς αισθάνεστε γι’ αυτό; Σας το ανταποδίδει η Λήμνος;

Τα βιβλία που γράφουμε είναι σαν την αγάπη της μάνας στο παιδί της. Αλίμονο αν η αγάπη ζητούσε ανταπόδοση. Θα έπαυε να είναι αγάπη. Κι ωστόσο, ναι, μου το ανταποδίδει. Ή, για να το πω αλλιώς, οι πιο ευτυχισμένες συγγραφικές ώρες μου ήταν όταν έγραφα για τη Λήμνο. Το να αγαπάς έναν τόπο, τον τόπο σου, εσύ πλουτίζεις από την αγάπη αυτή. Και εμένα με πλούτισε η αγάπη για τον τόπο μου. Άλλωστε, δεν χρειάζεται να το πω αυτό. Υπάρχει σε όλα μου σχεδόν τα βιβλία. Και χαίρομαι όταν έρχονται στη Λήμνο άνθρωποι άγνωστοι, αναγνώστες των βιβλίων, και ζητούν να γνωρίσουν τον τόπο όπου έζησα. Αυτό είναι η ανταπόδοση.

Τι είναι αυτό που σας έρχεται πρώτα στο νου όταν σκέφτεστε το νησί σας; Σε τι βρίσκεται τη Λήμνο καλύτερη σε τι σας πληγώνει;

Πολλά με πληγώνουν. Όμως δεν είναι της παρούσης στιγμής. Κι άλλωστε, τα έχω πει τόσες φορές. Όμως η ζωή προχωρά μπροστά, γκρεμίζει ό,τι την εμποδίζει, και προχωρά. Αυτή είναι η μοίρα των πραγμάτων, η αλλαγή. Μόνο που υπάρχει εκεί μια εύθραυστη διαχωριστική. Ο πολιτισμός δεν είναι πλουτισμός. Ο πολιτισμός της ύπαρξης, του προσώπου. Και κάποια πράγματα τα σεβόμαστε. Κάποια πράγματα παραμένουν ιερά. Και σήμερα, περισσότερο από ποτέ, ένας μικρός τόπος έχει χρέος να αντισταθεί στην ισοπεδωτική αντίληψη των παγκοσμιοποιημένων καιρών μας.

Στη διαδρομή σας έχετε γνωρίσει σημαντικές προσωπικότητες της Ελληνικής και παγκόσμιας λογοτεχνικής σκηνής. Πως ήταν η ζωή με αυτούς τους ανθρώπους;

Όπως και με τον πιο ταπεινό άνθρωπο. Εκείνο που μετρά σε έναν άνθρωπο είναι η ποιότητα της αντίληψής του, η καθαρότητα, αν θέλετε, της ψυχής του. Έχω γνωρίσει ταπεινούς ανθρώπους που με συγκίνησαν πολύ περισσότερο. Αλλά και από τις σημαντικές προσωπικότητες που γνώρισα, προτιμώ το ταπεινό πρόσωπο του Σάμουελ Μπέκετ, όπως το θυμούμαι. Στεκόταν με σκυμμένο κεφάλι μπρος σε κάτι ξύλινα απλά ράφια όπου ήταν τα βιβλία του, «τίποτα δεν έκανα, είπε, δεν είναι τίποτα όλα αυτά, ο πόνος υπάρχει στον κόσμο και ο άνθρωπος είναι ανίκανος να αναχαιτίσει αυτό το τεράστιο κύμα του πόνου».

Δημοσιεύτηκε στην ημερήσια εφημερίδα Εμπρός της Λέσβου, 23.6.2007,


                                                             ********

**********************************


Συνέντευξη με την Ελένη Γκίκα
"Όταν ψάχνεις να απαντήσεις τι είναι ποίηση, είναι σαν να ψάχνεις να βρεις μέσα σου το χαμένο ιερό..»


«Γι” αυτό γράφω ακόμα. Για να βρω εκείνο που δεν είναι ορατό. Να φτάσω στο Άρρητο. Στο Άδηλο. Στην καρδιά του Μυστηρίου. Να μπω ακόμα σε τόπους απαγορευμένους από τη λογική, τόπους μεταφυσικούς όπως στον Άγγελο της Στάχτης, να διαπράξω Ύβρι, προκειμένου να φτάσω σε μια διαφορετική αλήθεια, να την αποκαλύψω αυτή την άλλη αλήθεια. Και αυτό που δίνω, που έδωσα στους άλλους, στον αναγνώστη, επιστρέφει σε μένα».
Γνωριστήκαμε πριν από χρόνια, με την «Λάμπα θυέλλης», για να μη χωριστούμε ποτέ. Διάβαζα ό,τι δικό της. Και μαζί ταξιδέψαμε, στο πέτρινο σπίτι της Λήμνου. Μοιραστήκαμε το ίδιο κελί και την ίδια διαδρομή.

Η Μαρία Λαμπαδαρίδου- Πόθου, λοιπόν, και για τους αναγνώστες του fractal σε μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης: Για την φιλία της με τον Μπέκετ και τον Ελύτη, για την Λήμνο και για την εποχή του Παρισιού. Για την Ποίηση, το Θέατρο και το Ιστορικό Μυθιστόρημα. Για τα ανέκδοτα ημερολόγια, τον Χώρο, τον Χρόνο, το- διορισμένο και για την κρίση: «Όσο για το τι βρήκαμε μέσα στην κρίση και ποια χάθηκαν, έχω ανάγκη να πιστεύω πως θα αναγεννηθεί ο τόπος μας. Δεν ξέρω πώς. Ίσως με τις δικές του αρχέγονες δυνάμεις. Ύστερα από την κρίση που καθένας μας την βίωσε μέσα από μια προσωπική του δοκιμασία, κάτι καλό θα γεννηθεί. Γιατί όσα και αν χάσαμε, πιστεύω πως βρήκαμε ένα κομμάτι γνήσιο του εαυτού μας, το έβγαλε στην επιφάνεια ο ίδιος ο κοινός μας πόνος, η συνείδηση πως πρέπει να γίνουμε λίγο καλύτεροι, όπως είπα, και λίγο σοφότεροι. Να σταθούμε λίγο πιο πάνω από την απαίτηση και την οργή».

Η Μαρία Λαμπαδαρίδου- Πόθου, ενδεχομένως, όπως δεν την διαβάσατε και δεν την ακούσατε ποτέ.

Ο Μπέκετ στη ζωή της και στην εποχή μας

-Τι σημαίνει ο Μπέκετ στη ζωή σου, Μαρία; Και τι σημαίνει ο Μπέκετ στην εποχή μας;

Θα προσπαθήσω να σου απαντήσω με καινούριες σκέψεις πάνω στη γνωριμία μου με τον Σάμουελ Μπέκετ. Γιατί σήμερα που βρίσκομαι στην άλλη άκρη του χρόνου, προσπαθώ να δω πιο καθαρά αυτά που με σημάδεψαν. Αυτά που διαμόρφωσαν την συγγραφική μου όραση ή μου έδωσαν την αγωνία των υπαρξιακών ερωτημάτων. Εν τέλει, αυτά που αγάπησα και κρατώ μέσα μου ιερά.

Τώρα σκέφτομαι πως ίσως και να μην ήταν τυχαίο το γεγονός ότι ο ασκητικός Σάμουελ Μπέκετ, που δεν μιλούσε εύκολα σε άνθρωπο και που ελάχιστα ήταν τα γράμματα που έγραψε σε όλη του τη ζωή, κράτησε πάνω από είκοσι χρόνια αλληλογραφία μαζί μου.

Και αναρωτιέμαι μήπως, από το πρώτο γράμμα που του είχα γράψει, τότε, το 1966, όταν του ζήτησα να μεταφράσω το έργο του “Ευτυχισμένες μέρες” που μόλις είχα δει στο θέατρο Οdéon του Παρισιού και με είχε συγκλονίσει, αναρωτιέμαι μήπως είχε διακρίνει τον τρόπο με τον οποίο έβλεπα τα θεατρικά του πρόσωπα και τον ποιητικό υπερρεαλισμό που χρησιμοποιούσε για να προσεγγίσει τα δικά του υπαρξιακά αδιέξοδα.

Δυστυχώς δεν βρίσκω παρά ελάχιστα από τα γράμματα που του έγραφα. Ίσως δεν κρατούσα αντίγραφα ή τα έχασα στη διαδρομή. Και δεν ξέρω πώς διατύπωνα αυτήν την απόλυτη αγωνία που μου έδιναν τα έργα του για το ανθρώπινο πεπρωμένο.

Όμως σήμερα, που η σχέση μου με τον Σάμουελ Μπέκετ είναι μια σχέση με τον θάνατο και με το πώς εκείνος έδωσε αυτή τη “Μεγάλη Νύχτα”, είμαι ολοένα και πιο σίγουρη πως είχε δει αυτό που εγώ έβλεπα: Την προϋπαρξιακή περιπλάνηση του μυαλού, την προϋπαρξιακή γνώση ή ανάμνηση.

Εκείνος μου είχε συστήσει να διαβάσω το βιβλίο της ψυχαναλύτριας Πέγκυ Γκιουνγκεχάιμ που μιλούσε για την προγεννητική ανάμνηση.

Και όταν ο Jacques Lacarrière μετέφρασε κάποια κεφάλαια και του τα έστειλε, τότε, του απάντησε αμέσως με ενδιαφέρον.

Ξέρεις, είναι κάποια πράγματα, που ενώ τα έχεις μέσα στην ψυχή σου μια ολόκληρη ζωή, ξαφνικά ανακαλύπτεις μια άλλη πτυχή τους, μια άλλη ερμηνεία ή σημασία.

Τώρα τοποθετώ όλα τα στάδια της γνωριμίας μας και λέω: Γιατί ζήτησε ένα θεατρικό μου έργο να διαβάσει. Ίσως, λέω, ήθελε να δει πώς γράφω. Να δει αν το έργο μου ήταν συνεπές με την αγωνία των επιστολών. Κάποια χρόνια μετά, του είχα στείλει το “Γυάλινο κιβώτιο” και μου απάντησε αμέσως πως το βρήκε πολύ ενδιαφέρον και πως το έστειλε στον Ζαν Λουϊ Μπαρώ, που είχε τότε το Theatre D” Orsé, για να το ανεβάσει.

Σήμερα λέω, Ελένη, πως: Η περασμένη μας ζωή είναι ένα μεγάλο Μυστήριο που ποτέ ίσως δεν θα ξεδιαλύνουμε. Ποτέ δεν θα το φωτίσουμε με το ελλιπές μυαλό που διαθέτουμε.

-Και αυτό που σημαίνει ο Μπέκετ στην εποχή μας;

Το έχω ήδη γράψει και το αναφέρω και στο βιβλίο μου, “Samuel Beckett – Η εμπειρία της υπαρξιακής οδύνης” που πρόκειται να επανεκδοθεί, πως ήδη γίνονται επιστημονικές έρευνες για να χρησιμοποιηθεί το έργο του στην κλινική ψυχανάλυση. Στο βιβλίο του ο Didier Anzieu “Beckett et le Psychanalyste” επιχειρεί την ψυχαναλυτική προσέγγιση των έργων του Μπέκετ και την θέτει παράλληλη με την ψυχανάλυση του Φρόιντ. “Μια αυτο-ανάλυση μέσω των κειμένων, όπως εκείνη του Φρόιντ για τα όνειρα, γράφει. Μόνο που η αυτο-ανάλυση του Φρόιντ εξερευνούσε τα πεδία της νεύρωσης. Ενώ του Μπέκετ φέρνει στο φως τις αγωνίες που ταλαιπωρούν τα βάθη, τα θεμέλια, της ανθρώπινης προσωπικότητας”.

Αισθάνομαι πως υπάρχει κι εδώ ένα μυστήριο σκοτεινό όταν αναλογίζομαι τη δύναμη που έχει ο μπεκετικός λόγος, έτσι όπως τον βίωσα μεταφράζοντας το “Ω οι ωραίες μέρες!”


l6-Μίλησε μας για το Μυστήριο που είναι για σένα: Η λογοτεχνία στη ζωή σου αλλά και στην εποχή μας.

Προσπαθώ κι εδώ να βρω μια διαφορετική απάντηση. Μια άλλη διάσταση στο ερώτημα “γιατί γράφω;” Γιατί αφιέρωσα τόσες ατέλειωτες χιλιάδες ώρες μπρος στη γραφομηχανή και μπρος στον υπολογιστή.

Ώρες από την πεπερασμένη μου ζωή, την μετρημένη σε στιγμές ανεπίστρεπτες. Γιατί το έκανα; Ενώ λίγες ανάσες πάνω στο βουνό με τον άνεμο να φυσάει μου ήταν πιο πολύτιμες. Προσπαθώ να βρω μιαν απάντηση που να με δικαιώνει, να με αθωώνει, καταλαβαίνεις, διαφορετικά νιώθω ένοχη απέναντι στον εαυτό μου.

Επειδή απέκτησα ένα μικρό αναγνωστικό κοινό; Επειδή κάποιοι άνθρωποι, που είναι άξιοι της εκτίμησης μου, μου έγραψαν ή μου είπαν πως αγάπησαν τα βιβλία μου ή πως βρήκαν σ” αυτά την ψυχή τους; Και η δική μου ψυχή; Την έκοψα κομματάκια και τη μοίρασα δωρεάν – σαν τα “Δωρεάν Φθινόπωρα”.

Σήμερα αυτό αισθάνομαι: Πως μοίρασα την ψυχή μου κομματάκια και έχω ανάγκη από μιαν απάντηση να μάθω αν άξιζε αυτό. Όταν η φωνή σου πνίγεται στον όγκο της σιωπής και της απαξίας. Όταν οι διάφορες πολιτικές τείνoυν εδώ και χρόνια να εξοντώσουν την ψυχή σου. Όταν το βράδυ μένεις μόνος και λυπημένος σε μια μοναξιά που είναι η δυσαρμονία σου με όσα συμβαίνουν γύρω σου και σε ξεπερνούν.

Γράφω από τα πρώτα-πρώτα μου βήματα όταν κατάλαβα να γεννιέται μέσα μου ο κόσμος κι ας ήμουν στην τότε ερημική και εγκαταλειμμένη Λήμνο, το νησί που έμελλε να γίνει στα κατοπινά μου χρόνια η χρυσαφένια πηγή όλων όσων αγάπησα. Και τώρα ψάχνω να βρω μια απάντηση που να σημαίνει ότι αυτές οι χιλιάδες ώρες και οι άπειρες αγωνίες της γραφής δεν ήταν χρόνος χαμένος. Πως ίσως ήταν “χρόνος χαμένος και κερδισμένος μαζί” σαν τον στίχο του Έλιοτ.

 -Μπορεί και να ήταν χρόνος μόνο “κερδισμένος”. Και ίσως θα πρέπει να το δεις έτσι για να “αθωωθείς” – για να “αθωωθούμε όλοι ίσως όσοι γράφουμε

Ναι, έχω ανάγκη να το δω από αυτή την οπτική, Ελένη. Να δω γιατί θυσίασα όλες αυτές τις ατέλειωτες χιλιάδες ώρες γράφοντας. Αυτό με βασανίζει τούτο τον καιρό. Ίσως εξαιτίας κάποιων τραυματικών συμβάντων, πάντα αυτές οι τραυματικές εμπειρίες μας φέρνουν αντιμέτωπους με την ψυχή μας. Γιατί συνειδητοποιείς πως γράφοντας στερείς τον εαυτό σου από πρόσωπα αγαπημένα. Ή από αυτό που θα είχες ζήσει ο ίδιος, γιατί μια στιγμή αληθινής ζωής είναι άπειρα πιο πολύτιμη. Όμως αυτό δεν γυρίζει πίσω.

Και αρχίζω από το γεγονός ότι γράφει κανείς γιατί αυτό το αισθάνεται σαν ανάγκη. Και λέω. Το να γράφω ήταν πρώτιστα για μένα μια εσωτερική ανάγκη. Μια απόλυτη κατακόρυφη ανάγκη να συνειδητοποιώ, στην κάθε στιγμή, τη στιγμή που ζούσα. Να την μεταποιώ σε λόγο ποιητικό σε ποίηση. Σε ομορφιά. Την ομορφιά αναζητάμε γράφοντας. Μπορεί να περνάμε την πένα μας μέσα από τη σκληρότητα, τη βία, τον ανελέητο πόνο, όμως την ομορφιά αναζητάει η ψυχή μέσα στη δικαιοσύνη, στην αγάπη, στην αρμονία. Γι” αυτό έγραφα. Τώρα λέω, γι” αυτό έγραφα με τόσο πάθος και με τόσες προσωπικές στερήσεις.

Παίρνεις το ακατέργαστο γεγονός, ιστορικό ή όχι, έτσι όπως το γέννησε ο χρόνος με τα αίματα νωπά πάνω του, το παίρνεις στα χέρια σου και προσπαθείς να ανακαλύψεις εκείνο που δεν είναι ορατό, να δεις τις λεπτότατες λεπτομέρειες που είναι και οι πιο ουσιώδεις, για να το φωτίσεις ως το βάθος του, να το ευμενίσεις, να το ολοκληρώσεις μέσα στον χρόνο και μέσα στην ψυχή σου.

Σήμερα λέω, ίσως γι” αυτό έγραψα όσα έγραψα. Γι” αυτό γράφω ακόμα. Για να βρω εκείνο που δεν είναι ορατό. Να φτάσω στο Άρρητο. Στο Άδηλο. Στην καρδιά του Μυστηρίου. Να μπω ακόμα σε τόπους απαγορευμένους από τη λογική, τόπους μεταφυσικούς όπως στον Άγγελο της Στάχτης, να διαπράξω Ύβρι, προκειμένου να φτάσω σε μια διαφορετική αλήθεια, να την αποκαλύψω αυτή την άλλη αλήθεια. Και αυτό που δίνω, που έδωσα στους άλλους, στον αναγνώστη, επιστρέφει σε μένα. Δίνοντας τον εαυτό σου τον κερδίζεις, λέω. Έτσι η ψυχή μου “μοιρασμένη” κομματάκι-κομματάκι γίνεται πιο ακέραια. Πιο δυνατή. Σε κάνει να νιώθεις δυνατός η αλήθεια που δίνεις. Κι ας έχει χίλια πρόσωπα η αλήθεια. Εσύ δίνεις τη δική σου για να ελευθερωθείς. Μας ελευθερώνει η Γνώση, μας ελευθερώνει η Αλήθεια – κι ας είναι η δική μας εκδοχή της αλήθειας.

Σήμερα, με την ερώτησή σου, Ελένη, απαντώ και στο δικό μου ερώτημα “γιατί γράφω”. Εδώ που έφτασα σε αυτό το σημείο του χρόνου, και με όσα βιβλία έγραψα, και με όποια τύχη είχαν στον απορριπτικό τόπο μας, το βλέπω πια καθαρά πως: αυτό που δίνεις είναι η δύναμή σου! Ή, αλλιώς, αυτό που δίνεις είναι όλο κι όλο το βιος σου.

Γιατί ένα καλό μυθιστόρημα συμπληρώνει το “γεγονός” ή το “κομμάτι ζωής” που το είδαμε με την ελλειπτική όρασή μας. Που το βιώσαμε με τις ελλειπτικές αισθήσεις μας. Το συμπληρώνει και το ολοκληρώνει, του δίνει τις μεταφυσικές του διαστάσεις και φωτίζει το μυστήριο που κρύβει. Όμως αυτό πλουτίζει πρώτα τον ίδιο τον συγγραφέα. Πλουτίζει πρώτα εσένα που γράφεις, εμένα.

Να γι” αυτό έγραψα όσα έγραψα, Ελένη, για να πλουτίσω την ψυχή μου. Να δω πιο πέρα.

Και ίσως γι” αυτό γράφουμε όσοι γράφουμε με την ψυχή και όχι με το μυαλό.

 -Το ίδιο θα έλεγες, κατ’ αντιστοιχία, και για το θέατρο;

Το θέατρο είναι ένα διαφορετικό πάθος. Ιερό πάθος. Έγραψα θεατρικά έργα με ιερό πάθος. Κάποτε έλεγα πως ήθελα να είχα γράψει μόνο θέατρο. Όμως δεν παίχτηκαν. Πολύ λίγα παίχτηκαν στην Ελλάδα και λιγότερα στο εξωτερικό. Και παραιτήθηκα. Κάποια από τα λίγα μου, όσα παίχτηκαν, έχουν εκδοθεί σε έναν πρώτο τόμο (και ευγνωμονώ τον Κέδρο γι” αυτό) και κάποια από εκείνα που δεν παίχτηκαν είναι σε έναν άλλον τόμο. Και λέω, τουλάχιστο αυτά βρήκαν μια “στέγη”. Όμως δεν βλέπω πώς θα μπορούσα να “στεγάσω” και όσα ξέμειναν στα συρτάρια.

Οι δύσκολες περιστάσεις που ζούμε δεν μας επιτρέπουν τέτοιες πολυτέλειες.

Όμως αγάπησα το θέατρο. Τον θεατρικό λόγο τον έζησα μέσα στο πετσί μου. Κι ας μην παίχτηκαν αυτά που θεωρώ δυνατά μου έργα. Όμως και ούτε μετανιώνω που έγραψα τα μυθιστορήματα μου, κάποια πολύ αγαπημένα μου. Σήμερα λέω πως, ίσως, γράφοντας τα μυθιστορήματα μου πέρασα μέσα τους κάποια θεατρικότητα. Όπως ο παραληρηματικός λόγος και η ποιητική ψυχογραφία του παραλόγου. Το μικρό έργο που είχα στείλει στον Σάμουελ Μπέκετ ανήκε στο ποιητικό θέατρο του παραλόγου.

Τα πρώτα χρόνια της Λήμνου και τα πρώτα βήματα στη λογοτεχνία

 -Να γυρίσουμε πίσω στη Λήμνο, και στα πρώτα που έγραψες, στην πρώτη σου επαφή με την γραφή και με την δική σου γραφή;

Πολύ μακριά πάμε. Και σε πολύ δύσκολες διαδρομές. Δύσκολα χρόνια, τότε. Δύσβατα. Και μαζί πάμφωτα. Όμως αντί αυτού, προτιμώ να σου πω κάτι άλλο. Είχα μέσα στα χρονοντούλαπα του σπιτιού μου δυο τεράστιους σάκους με τα ημερολόγια της ζωής μου. Και κάθε φορά που ένιωθα ανασφαλής και σαν απελπισμένη στην άκρη του χρόνου, δεν ήξερα τι να τα κάνω κι όλο σκεφτόμουν να τα καταστρέψω. Μου είπαν μάλιστα πως υπάρχει και ένα ειδικό μηχάνημα που τα καταστρέφει εύκολα. Μια μέρα, λοιπόν, καθόμασταν δίπλα-δίπλα με τον Άγγελο Δεληβοριά, σε μια εκδήλωση του Μουσείου Μπενάκη, και του είπα ψιθυριστά: “Έχω δύο σάκους με τα ημερολόγια μου… τι τα κάνω τώρα; Τα καίω;”

Όπως καθόταν ήρεμος και άκουγε αυτόν που μιλούσε, στρέφει το κεφάλι και με κοιτάζει έντρομος. “Όχι!” λέει δυνατά, έτσι που γύρισαν όλοι και τον κοίταξαν. “Όχι, για το Θεό!” λέει πάλι σιγότερα. “Θα τα φέρεις σε μένα για να μη χαθεί ούτε ένα μικρό χαρτάκι, ούτε μια σκέψη…”

Και τρόμαξα. Πολλές νύχτες δεν κοιμήθηκα να σκέφτομαι τι κάνω τώρα. Γιατί πια ύστερα από αυτό, είχα αποφασίσει για τα καλά να τα καταστρέψω. Είχα προμηθευτεί και το ειδικό μηχάνημα. Αυτές είναι οι προσωπικές μου σκέψεις, είπα, οι προσωπικές μου στιγμές, και δεν τις μοιράζομαι. Όμως πριν αρχίσω το έργο της καταστροφής, πήρα να διαβάσω κάποιες σελίδες. Να δω τι έγραφα. Και τρελάθηκα. Η ζωή μου! Ολόκληρη η ζωή μου ήταν εκεί σε μικρά μετέωρα πλάνα μέσα στη βροχή κάποιων σταθμών ή στη μοναξιά κάποιου δρόμου! Τα είχα ξεχάσει όλα αυτά ή υπήρχαν θολά και αβέβαια μέσα στη μνήμη, και τώρα αυτές οι πρόχειρες βιαστικές σημειώσεις μου τα έφερναν πίσω, μου έφερναν τις στιγμές μου ζωντανές με την ανάσα μου πάνω τους. Και έπεσα σε καινούρια διλήμματα. Σκεφτόμουν τον στίχο του Έλιοτ: “Το έκανα αυτό, το ξέχασα, και το θυμάμαι!”

Και όταν άρχισα να βρίσκω σελίδες ατέλειωτες για το πώς ξεκινούσα να γράψω ένα μυθιστόρημα και ποια πράγματα ή ποιες στιγμές με επηρέασαν, είπα, ε, όχι! Αυτά δεν καταστρέφονται. Ας πούμε, για το πώς ένιωθα κουλουριασμένη σε μια γωνιά της Αγια-Σοφιάς, όταν έγραφα το “Πήραν την Πόλη, πήραν την”, εικόνες που με έκαναν να κλαίω όπως τότε που έγραφα το βιβλίο.

Και τότε αποφάσισα να ψάξω όλες αυτές τις χιλιάδες σελίδες και να κρατήσω μόνον όσα σχετίζονταν με τη συγγραφή των βιβλίων μου. Και κάποια ελάχιστα βιογραφικά, χρήσιμα ίσως για όσους αγάπησαν τα βιβλία μου.

Έναν ολόκληρο χρόνο δούλευα ολοήμερο μεροκάματο. Τις χιλιάδες σελίδες τις πέρασα όλες από τα μάτια μου που πόνεσαν πια στο τέλος.

Και έγραψα ένα βιβλίο που, ελπίζω, θα το εκδώσει η Άννα Πατάκη.

Το εύχομαι και το ελπίζω.

Οι καιροί που ζούμε γίνονται όλο και πιο δύσκολοι. Και ο συγγραφέας είναι ο τελευταίος που κάποιος τον έχει ανάγκη. Όμως ελπίζω.

 -Οπότε εκεί θα διαβάσουμε την απάντηση της παραπάνω ερώτησης! 

Με όλες τις λεπτομέρειες! Ακόμα και αν η μέρα ήταν βροχερή ή ηλιόλουστη.

 -Εύχομαι το βιβλίο να κυκλοφορήσει μέσα στον καινούριο χρόνο! Και ας σταθούμε τώρα στα χρόνια της Γαλλίας!

Και αυτή η απάντηση θα υπάρχει εκεί, σε καθημερινό ημερολόγιο. Σε όλα τα τρένα που βρισκόμουν πηγαίνοντας κάπου, θυμάμαι, έγραφα. Και όχι μόνο ημερολόγιο. Το θεατρικό μου “Αντιγόνη – Ή νοσταλγία της τραγωδίας” που είναι από τα πιο αγαπημένα μου, το έγραψα στις διαδρομές. Έγραφα αυτό που ζούσα την κάθε στιγμή. Μου άρεσε. Πώς έφυγα ξαφνικά με μια υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης από τον ερημικό θαλασσόβραχο που αγαπούσα, και βρέθηκα κατευθείαν στις αστραφτερές λεωφόρους του Παρισιού. Και τι σήμαινε για μένα αυτό. Πώς ερχόταν η Λήμνος στα όνειρά μου κάθε νύχτα, αρματωμένη με όλες τις στιγμές της ζωής μου. Ερχόταν το σπίτι μου το παμπάλαιο και με έβρισκε εκεί με τα μπαούλα του ανοιχτά και με τις μνήμες να ρέουν από τους ραγισμένους τοίχους. Από αυτά τα περίεργα όνειρα, ξέρεις, λυτρώθηκα μόνον όταν τα μάζεψα σε ένα βιβλίο που το είχα πει “Νύχτες του φεγγαριού”. Από τα όνειρα του Παρισιού γεννήθηκε το βιβλίο αυτό. Και μέχρι σήμερα λέω πως είναι η πιο κρυστάλλινη γραφή μου “υδάτινη” την είπα. Ίσως μια μέρα μπορέσω να το βγάλω ξανά και αυτό το βιβλίο. Είναι από τα αγαπημένα μου, η παιδική μου ηλικία μέσα από τα όνειρα. Έτσι μεταποιημένη σε εικόνες ποιητικού υπερρεαλισμού.

 -Και ο Ελύτης στη ζωή σου;

Όπως και ο Μπέκετ, όμως σε άλλο επίπεδο. Υπάρχει και ο Οδυσσέας Ελύτης μέσα στα ημερολόγια. Τον είχα γνωρίσει πολύ πριν, στην πρώτη μου νεότητα. Ήταν εκείνος που μου είχε γράψει ένα θαυμάσιο γράμμα για την πρώτη-πρώτη ποιητική μου συλλογή “Συναντήσεις”. Ζούσα τότε ακόμα στη Λήμνο. Και ξέρεις εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχε εκεί βιβλιοπωλείο κανένα και οι άνθρωποι ήταν ακόμα λαβωμένοι από τα δύσκολα χρόνια της γερμανικής κατοχής. Έτρεμε το φυλλοκάρδι μου για κείνο το πρώτο μου ποιητικό βιβλίο που είχα εκδώσει. Τότε, είχα μόλις διοριστεί στο Επαρχείο Λήμνου. Δημόσιος υπάλληλος. Τι εμπειρίες αλησμόνητες. Είχα πάρει τη θέση δίνοντας εξετάσεις με άλλα δεκατρία παιδιά.

Όμως ο Ελύτης, η ποίηση του Ελύτη, ήρθε στη ζωή μου πολύ μετά, όταν επέστρεψα από το Παρίσι. Τότε ένιωσα την ανάγκη να “ξεπλυθώ” από τα υπαρξιακά αδιέξοδα της δυτικής διανόησης. Από τις μπεκετικές αβύσσους τις ανυπέρβατες. Από τα σκοτάδια του φιλοσοφικού μηδενισμού.

Δυο χρόνια δούλευα πάνω στην ποίηση του Ελύτη. Έγραψα το βιβλίο μου “Οδυσσέας Ελύτης – Ένα όραμα του κόσμου”. Στην ουσία είχα ανάγκη να βρω την δική μου ελληνικότητα, τους υπερβατικούς δρόμους των οραματιστών της Ιωνίας, την μεταφυσική του ελληνικού φωτός. Και η ποίηση του Ελύτη ήταν όλα αυτά, μια μεγάλη ποίηση. Κάθε που τελείωνα ένα κεφάλαιο, πήγαινα να το δει, να μου πει αν είμαι στον δρόμο τον σωστό. Του άρεσε ο λόγος μου, ο τρόπος που έγραφα, που αποσυμβόλιζα τους χρησμούς της ποίησης του. Είχε μόλις πάρει το βραβείο νόμπελ.

Όμως ξέρεις, κι αυτά υπάρχουν με όλες τις λεπτομέρειες στα ημερολόγια που ελπίζω να εκδοθούν φέτος. Ελπίζω, λέω, και αυτό είναι μαζί και ευχή. Γιατί μπορεί και να είναι το πιο ουσιαστικό βιβλίο μου αυτό.

 -Πώς έρχεται το ποίημα και πώς το πεζό;

Η μακριά διαδρομή μου μού έμαθε κάποια πράγματα διαφορετικά. Και είπα, ποίηση δεν είναι το ποίημα. Ποίηση είναι μια λειτουργία ύπαρξης. Αν η ψυχή σου είναι από καθαρή στόφα ποίησης, ό,τι και να γράψεις είναι ποίηση. Ίσως κανείς δεν μπορεί να πει τι ακριβώς είναι ποίηση. Ένα βαθύ μυστήριο παραμένει. Είναι αυτό που λάμπει κάποιες φορές στα βάθη της ψυχής μας μυστηριακό και ανεξιχνίαστο, για να δηλώσει την ύπαρξη μιας άλλης αλήθειας αθέατης. Όμως μπορώ να πω πώς εγώ νιώθω την ποίηση. Τι ήταν για μένα. Και εδώ θα μου επιτρέψεις να σου διαβάσω ένα μικρό απόσπασμα από μια συνέντευξη που είχα δώσει στον Δημήτρη Γκιώνη για την Ελευθεροτυπία, όταν είχε κυκλοφορήσει η ποιητική μου συλλογή “Μυστικό Πέρασμα” και περιέχεται στο βιβλίο μου “Δωρεάν Φθινόπωρα”.

“Με ποίηση ξεκίνησα και ξέρω πως μόνο μέσα από την ποίηση μπορώ να αναζητώ τη διαίσθησή μου για τον κόσμο και για την ύπαρξη. Γιατί σίγουρα η ποίηση δεν είναι λειτουργία λόγου αλλά λειτουργία ύπαρξης. Είναι ένας αδιάκοπα μεταβαλλόμενος τρόπος του “νοείν” και του “υπάρχειν” μέσα στον κόσμο. Είναι η προσωπική σου σχέση μαγείας με τα πράγματα. Είναι αυτό που σε κάνει να υπερβαίνεις την κοσμική σου σύμβαση και να δημιουργείς μια προσωπική όραση. Και προπαντός δεν έχει καμιά σχέση με τον κυνισμό και την έπαρση που κυριαρχούν στην αγορά μας».

Γιατί εκείνο που με ενδιαφέρει είναι να μάθω τι σημαίνει η ασήμαντη εφήμερη ζωή μου μέσα στον κόσμο και ποιο είναι αυτό το μεταφυσικό όνειρο που οδηγεί την ψυχή μου να αναζητά αυτή την άλλη αλήθεια.

Ήταν τότε για πρώτη φορά που είχα κάνει τη σκέψη πως η ποίηση δεν είναι λόγος αλλά λειτουργία ύπαρξης. Και έτσι από βιβλίο σε βιβλίο και από μετερίζι σε μετερίζι, έφτασα σε αυτό που πιστεύω σήμερα.

Όταν ψάχνεις να απαντήσεις τι είναι ποίηση, είναι σαν να ψάχνεις να βρεις μέσα σου το χαμένο ιερό. Μπορεί να είναι και ταυτόσημο με την ποίηση αυτό το χαμένο στα τρίσβαθα της ψυχής μας “Ιερό”. Στο μυθιστόρημα μου Υγρό Φεγγαρόφωτο, όταν ο ήρωας μου ρώτησε τον μοναχό Ιωάννη τι είναι ιερό, εκείνος απάντησε: “Η συνάντηση σου με αυτό που σε υπερβαίνει”. Η στιγμή λάμψης, όπως την είπα. Και ίσως αυτό είναι η πιο καθαρή απάντηση για το τι είναι ποίηση.

Όμως πρέπει να σου διαβάσω και ένα άλλο μικρό απόσπασμα για το πώς βλέπω σήμερα την ποίηση που δεν διαφέρει και πολύ από εκείνο το είκοσι χρόνια πριν. Βέβαια στο μεταξύ είχα γράψει και τον Άγγελο της Στάχτης, το μυθιστορήματα που με καθόρισε σαν άνθρωπο.

Λοιπόν το απόσπασμα αυτό είναι από τον συλλογικό τόμο των έντεκα ποιητικών συλλογών μου “Μαζεύω τα υπάρχοντά μου” και είχα γράψει εκεί: “Η ποίηση ήταν πάντα για μένα η πρώτη “ύλη”, η ακατέργαστη, των βιβλίων μου, το υπαρξιακό στοιχείο της όρασής μου. Κι ακόμα ήταν το δομικό υλικό των μυθιστορημάτων μου”.

Αυτό πιστεύω και σήμερα. Μια τοποθέτηση που βγήκε από άπειρο χρόνο βίωσης αυτών των λεπτότατων υπαινιγμών της ψυχής. Και ούτε πιστεύω πως ποιητές είμαστε εσύ κι εγώ και κάποιοι άλλοι που γράφουμε ποιήματα. Ποιητής είναι εκείνος που ζει την ποίηση στο πρωτογενές βίωμα. Σαν τη γυναίκα στον κάμπο της Λήμνου που είχα συναντήσει κάποιο πρωί και την άκουσα να παραμιλά. Φορούσε ένα μαύρο μακρύ ρούχο σαν να είχε βγει από χορό αρχαίας τραγωδίας και μάζευε σε ένα πανέρι ντομάτες και φασολάκια. Μάζευε και παραμιλούσε. Και την πλησίασα να ακούσω τι έλεγε:

“Τριανταενός ήταν χρονώ κι έλαμπε σαν τον ήλιο
έλαμπε σαν αυγερινός κι εμένα που με βλέπεις
είμαι η έρμη η μάνα του”

Δεν τόλμησα να της μιλήσω. Κι όταν την πλησίασα, ούτε γύρισε να με δει. Όμως έμεινα κοντά της ν” ακούσω αυτά που έλεγε.

“Τριανταενός ήταν χρονώ ψηλός σαν κυπαρίσσι
διάβηκε και σκοτείνιασαν ο ήλιος και τ” αστέρια
σαν τον αετό που τον χτυπά βαρύ το αστροπελέκι”

Γνήσιο δημοτικό τραγούδι πρωτογενές. Και ήταν η Μάνα. Το σύμβολο της δημοτικής μας ποίησης.

Γι” αυτό λέω, ποιητής είναι εκείνος που ζει την ποίηση στην πρωτογενή γένεσή της κι ας μην την έχει γράψει ποτέ. Ή πιο πέρα ακόμα: Κι ας μην ξέρει ίσως να την γράψει με λέξεις.

Υπάρχει ο ποιητής του χρωστήρα. Ο ποιητής της θεατρικής σκηνής. Κι ύστερα, ο εμπνευσμένος λιθοξόος δεν είναι ένας ποιητής; Έχω έναν λιθοξόο στον Ιερό Ποταμό, και θυμάμαι ακόμα με πόση ιερότητα δούλευε την πέτρα να της δώσει μορφή. Ποιητής είναι εκείνος που “εκχερσώνει” το άμορφο και το μη υπάρχον, το χάος, για να του δώσει μορφή. Να το “διακοσμήσει” με την αρχετυπική έννοια, να το μεταποιήσει σε “κόσμο” σαν τον στίχο του Εμπεδοκλή: “Νους επελθών διεκόσμησε χάος”.

Ο κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα ή τη δωρεά να είναι ποιητής σε κάποιες εξαιρετικές στιγμές της ζωής του που τις είπα στιγμές λάμψης. Ή στιγμές υπέρβασης.

l7Και γράφω ακόμα στον συλλογικό τόμο: “Σήμερα που πιστεύω πια πως η ποίηση είναι έξω από τον λόγο, μια λειτουργία ύπαρξης, λέω πως η πιο καθαρή ποίηση μου είναι το μυθιστόρημα μου “Ο Άγγελος της Στάχτης”. Λέω πως οι έντεκα ποιητικές συλλογές προετοίμασαν μόνο τον δρόμο για τον λυπημένο μου Άγγελο. Περιπλανώμενη μαζί του στους ασφοδελούς λειμώνες, έμαθα πως η ποίηση είναι το αρχέγονο υλικό της χαμένης μνήμης, το περπάτημα της ψυχής πάνω στην άβυσσο”.

Και για όσα είπα παραπάνω, πως “ποίηση δεν είναι το ποίημα”, αναφέρω αυτό που είπε ο Tennessee Williams σε μια συνέντευξή του και επιβεβαίωσε την άποψή μου:

“I” am a poet”, λέει, “γι” αυτό και το δράμα το δίνω με ποίηση. Τα διηγήματα μου, τα θεατρικά μου είναι ποίηση. “Poetry’s poetry. It doesn’t have to be called a poem, you know”.

Πολύ με βοήθησε αυτός ο λόγος του Williams και μου αρέσει να πω πως: Εκτός από τον Άγγελο της Στάχτης, και κάποια άλλα μυθιστορήματα μου θα μπορούσα να πω πως είναι ποίηση σε μια πλατύτερη έννοια. Όπως ο Ιερός Ποταμός. Όπως, Με τη Λάμπα Θυέλλης. Όπως το Υγρό Φεγγαρόφωτο. Όχι, απλά, ποιητικά. Ποίηση. Έτσι καθώς έχουν δομηθεί πάνω σε έναν ποιητικό υπερρεαλισμό. Και όχι μόνο δικά μου μυθιστορήματα, αλλά και άλλων συγγραφέων που έχω διαβάσει.

Ιστορικό μυθιστόρημα και Χρόνος

-Μαρία, να σταθούμε στα ιστορικά σου μυθιστορήματα, ο ιστορικός χρόνος είναι τετελεσμένος χρόνος ή αεί συντελούμενος, τελικά;

Ο ιστορικός χρόνος είναι αεί συντελούμενος μέσα στις συνειδήσεις μας. Συντελεσμένα αμετάκλητα είναι μόνο τα ιστορικά γεγονότα. Όμως ο χρόνος που τα περιρρέει και τα φέρνει ως εμάς μέσα σε μια αέναα ροϊκή μνήμη – μνήμη συλλογική και μνήμη κυτταρική ή προσωπική, τα καθιστά αεί ζώντα. Έτσι που κάθε φορά να ανακαλύπτουμε νέα στοιχεία που τα φωτίζουν, νέες διαστάσεις του αμετάκλητου γίγνεσθαι, του ανελέητου γίγνεσθαι θα έλεγα, που τα αιχμαλώτισε μέσα στον χρόνο. Και ξέρω, θέλεις να με ρωτήσεις αν τα γεγονότα αυτά είναι “διορισμένα” – αν η ζωή μας είναι “διορισμένη” από έναν χρόνο ανύποπτο.


l8-Και αν μπορούμε να το αλλάξουμε αυτό

Όχι, δεν μπορούμε. Στα τρία με τέσσερα χρόνια που έγραφα το “Πήραν την Πόλη, πήραν την”, αυτό το ερώτημα με είχε βασανίζει αφάνταστα. Έβλεπα να επαληθεύονται μία-μία όλες οι παλιές προφητείες που μιλούσαν χίλια χρόνια πριν για το πώς και πότε θα έπεφτε η Βασιλίδα Πόλη και τρελαινόμουν. Η μία προφητεία, χίλια χρόνια πριν, έλεγε πως η Πόλη θα πέσει όταν βασιλέας θα είναι Κωνσταντίνος γιος της Ελένης.

Μια άλλη προφητεία, εξίσου παλιά, έλεγε πως η Πόλη θα πέσει όταν η σελήνη “καίτοι γεμάτη, φανεί λειψή στον δίσκο της”. Αυτή την προφητεία την αναφέρει ο Γενουάτης Νικολό Μπάρμπαρο που ήταν αυτόπτης μάρτυς. Και ο λαός της Βασιλεύουσας γνώριζε την προφητεία. Έτσι που στην τελευταία πανσέληνο, 26 Μαϊου, όταν οι άνθρωποι είδαν να χάνεται τη νύχτα εκείνη η σελήνη, κατάλαβαν πως το τέλος τους ήταν πια “διορισμένο”. Και τίποτα δεν μπορούσε να το ανατρέψει. Γιατί οι προφητείες υπήρχαν. Και επαληθεύτηκαν όλες μία-μία. Και πίστεψαν πια πως ήταν “θέλημα θεού” η Πόλη τους να χαθεί. Αλλά και όσοι στα κατοπινά χρόνια μελέτησαν τις προφητείες και τα σημάδια, τους άπειρους οιωνούς, όσοι μελέτησαν το φως το “καταβαίνον εξ ουρανού” που χάθηκε δύο νύχτες πριν από την Άλωση – ακριβώς τη στιγμή που ο Μεχμέτ απελπισμένος πια από αυτό το υπερφυσικό “φως” ετοιμαζόταν “επί την αύριον εγερθήναι και την πολιορκίαν λύσαι”, δηλαδή να τα παρατήσει και να σηκωθεί να φύγει την άλλη μέρα. Λοιπόν, οι κατοπινοί μελετητές ακριβώς αυτό είπαν:
Πως τα γεγονότα ήταν απαρασάλευτα μέσα στον χρόνο.

Μόνον έτσι μπορώ να σου απαντήσω, Ελένη. Και, όχι, δεν μπορούμε να το αλλάξουμε αυτό. Γιατί το όποιο ιστορικό ή μη γεγονός “συντελείται” σε κάποιες άλλες διαστάσεις του χρόνου που δεν γνωρίζουμε. Όμως το “πώς” γίνεται αυτό θέλει πολλή δουλειά για να ειπωθεί. Ίσως μια άλλη φορά.

 -Τι υπήρξε για σένα «Ο άγγελος της στάχτης» και «Ο ιερός ποταμός»;

Πολλές φορές είπα πως και μόνο τον “Άγγελο της Στάχτης” αν είχα γράψει, θα μου έφτανε, με την έννοια ότι, θα είχα εκπληρώσει το χρέος μου απέναντι στο δώρο ή στο βάσανο της γραφής που μου δωρίθηκε. Το ονόμασα αλήθεια και αποκάλυψη της ψυχής μου. Σήμερα δεν θα μπορούσα να γράψω ούτε μία σελίδα του. Όλα εκείνα τα σύμβολα και οι κωδικοί που ήταν ίσως τα σύμβολα και οι κωδικοί που χρησιμοποιεί η ίδια η ψυχή για να εκφραστεί, με πήγαν πολύ βαθιά σε απάτητα μονοπάτια του Άδηλου και του Άβατου. Του Απαγορευμένου. Όμως είναι περίεργο πώς αυτό το δύσκολο και γριφώδες μυθιστόρημα, το άκρως μεταφυσικό με τα ερεβώδη μονοπάτια της ομίχλης όπου δύο χρόνια περπατούσα με τον λυπημένο μου Άγγελο, αγαπήθηκε από ένα αναγνωστικό κοινό τελείως ανομοιογενές. Έχω λάβει γράμματα από άκρως πνευματικά άτομα αλλά και από απλούς ανθρώπους. Ανθρώπους του καθημερινού μόχθου. Κι ακόμα, ήταν για καιρό στα ευπώλητα! Αν είναι δυνατόν! Θα το θυμάσαι ίσως αυτό.

Και στις δύο περιπτώσεις τα γράμματα μιλούσαν για κάτι συγκλονιστικό που έγινε μέσα τους διαβάζοντας το βιβλίο αλλά και για το πώς αυτή η “γεωγραφία του θανάτου”, η στηριγμένη στο δημοτικό τραγούδι, τους βοήθησε να βρουν το δικό τους πρόσωπο.

Κάπως το ίδιο θα έλεγα και για τον Ιερό Ποταμό. Αυτά τα δύο μυθιστορήματα περιέχουν όλα τα άλλα που έγραψα. Είναι οι δρόμοι της ψυχής μου.


-«Τα θαύματα θυμώνουν όταν δεν τα πιστεύεις» Μαρία;

Πες στο λουλούδι ν” ανθίσει! Το λουλούδι θα σε υπακούσει. Και έτσι είναι!”

Ή “πίστεψε στο Αδύνατο! Είναι σαν να προκαλείς το θαύμα!”

Αυτό είναι ποίηση: Να προκαλείς το θαύμα με τη δύναμη του νου σου.

“Τον μεν νουν κινούντα την δε ύλην γενομένην”, είπε ο Αναξαγόρας. “Ο νους που κινεί και η ύλη που γίνεται με την εντολή του”. Σε αυτόν τον λόγο του Αναξαγόρα είχα στηρίξει το βιβλίο μου για την ποίηση του Ελύτη. Γι” αυτό του είχε αρέσει. “Κάποιος που είδε σωστά την ποίησή μου”, μου είχε γράψει.


gramma
Κι η άβυσσος μου ανέβηκε ως το γόνατο», η ποίηση, τελικά,  είναι  χρησμική;

Κοίταξε τώρα. Σήμερα γράφεται ποίηση τελείως πεζολογική που παίρνει και βραβεία. Εγώ δεν μπορώ να βάλω ετικέτες. Απλά για μένα η ποίηση είναι και χρησμική (όπως η ποίηση του Ελύτη) και μεταφυσική, (γιατί ποίηση χωρίς κάποια μεταφυσική δεν υπάρχει) και ερωτική – στην αρχετυπική μορφή του έρωτα όπως και πάλι είναι η ποίηση του Ελύτη. Σε ένα παλιό ποίημα μου λέω: “στάζει ο χρησμός από τις χαραμάδες του σπιτιού μου” και μου αρέσει. Όμως είπαμε πως ποίηση δεν είναι μόνον ο λόγος.

Όταν ήταν ο γιος μου έξι χρονών και πήγαινε στην πρώτη δημοτικού, έβαζε τον τόνο της λέξης πολύ ψηλά. Και η δασκάλα τον μάλωσε. Γιατί βάζεις τον τόνο τόσο ψηλά; τον ρώτησε. Όμως εκείνος συνέχισε να βάζει τον τόνο πολύ ψηλά πάνω από τη λέξη. Γιατί βάζεις τον τόνο τόσο ψηλά; Τον ρώτησα κι εγώ. Και εκείνος ευχαριστημένος απάντησε: “Τον βουτάω πρώτα στο φεγγάρι!”

Τώρα πώς θα την πεις αυτή την ποίηση;

Μια άλλη φορά, θα ήταν δύο δυόμισι χρονών. Και σημειώνω εδώ πως το κάθε παιδί ζει σε μια παρόμοια ευτυχία ποίησης, που είναι μαζί και δύναμη φαντασίας, αυτός είναι ο παράδεισος της παιδικής ηλικίας. Λοιπόν, μόλις ξύπνησε το πρωί, στάθηκε πίσω από τα κάγκελα του παιδικού κρεβατιού και μου λέει, δώσε μου γρήγορα το τρένο! Παίρνω εγώ ένα τρενάκι που είχε και του το δίνω. Όχι αυτό, λέει ανυπόμονος, δώσε μου το τρένο! Παίρνω ένα άλλο τρένο πιο μεγάλο που ήταν στα παιχνίδια του και του το δίνω. Όμως ούτε αυτό ήθελε. “Το τρένο, σου λέω, το αληθινό τρένο!” Και δεν ήξερα τι να κάνω. Παίρνω ένα σπιρτόκουτο που ήταν εκεί σε μια γωνιά, κολλημένο με διάφορα άλλα κουτάκια και του το δίνω. Τα μάτια του έλαμψαν! Αυτό είναι το τρένο! λέει ευτυχισμένος! Κι εγώ σκεφτόμουν πως με αυτό είχε ταξιδέψει στα νήπια όνειρά του.

Θέλω να πω, Ελένη, πως η ποίηση είναι ποιητικές στιγμές που τις ζει, που τις έχει ζήσει ο κάθε άνθρωπος. Γι” αυτό και, όπως είπα, δεν χρειάζονται ετικέτες. “Poetry’s poetry”, όπως είπε ο Tenessee, και έχει άπειρες εκδοχές έκφρασης αυτό.

Από κάποιες τέτοιες στιγμές γεννήθηκε το βιβλίο μου “Γράμμα στο γιο μου κι ένα Άστρο”, που ήταν ραδιοφωνικές εκπομπές – χρόνια πριν, όταν ο Καμπανέλλης ήταν διευθυντής στο Ραδιόφωνο, και έχω μισό σεντούκι γράμματα και μέχρι σήμερα ακόμα. Γιατί κάποια βιβλία δεν τα αγγίζει ο χρόνος.

 Τα καινούργια βιβλία


l5-«Η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι», θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ένα μυθιστόρημα για την κρίση; Για την υπαρξιακή κρίση;

Και για την κοινωνική κρίση την οικονομική. Η όποια κρίση, πρώτα είναι πολιτισμική και πνευματική, κρίση αξιών, μετά γίνεται κοινωνική και οικονομική και τέλος, κρίση υπαρξιακή που διαλύει. Σε κάποιους γίνεται κρίση συνείδησης. Σε άλλους κατάθλιψη και αυτοκαταστροφή. Σε άλλους πάλι εγερτική δύναμη – σαν αντιστάθμισμα. Γι” αυτό και βλέπεις μια άνθιση πολιτιστικών πραγμάτων σε καιρό κρίσης.

Το μυθιστόρημα μου “Η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι” δεν είναι απλά ένα μυθιστορήματα για την κρίση. Βγήκε από τη βίωση της κρίσης. Γεννήθηκε από την ανάγκη να γράψω αυτό που η ίδια έζησα όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια του θλιβερού παραλογισμού που έφερε τη χώρα μας σε μια βαθιά ταπείνωση. Σε μια εξαθλίωση του πολίτη. Δεν θέλουμε να το δούμε αυτό; Πονάει σίγουρα. Όμως αυτό ζήσαμε. Ο Κωνσταντίνος μου στον Άγγελο της Στάχτης αγωνίστηκε για την “ταπείνωση του θανάτου του”. Και κάποιες φευγαλέες στιγμές περνάει από το μυαλό μου η σκέψη: πόσο προφητικό ήταν αυτό.

Όταν ξεκίνησα να γράψω το μυθιστόρημα της “Δίψας” το μυαλό μου το παίδευαν κάποιες εικόνες ερήμωσης, κάποιοι άνθρωποι περιπλανώμενοι πεινασμένοι και άστεγοι, κάποια λουκέτα εφιαλτικά στην κάποτε απαστράπτουσα Αθήνα, κάποιοι δρόμοι που σέρνονται εχθρικοί τις νύχτες με το σκοτάδι να καλύπτει τα ίχνη μιας ανθρώπινης συντριβής.

Σε αυτό το μυθιστόρημα δεν με ενδιέφερε η μεταφυσική της ζωής ή ο πόνος των υπαρξιακών ερωτημάτων, αλλά μόνο αυτή η ανελέητη καθημερινότητα με την έννοια της συντριβής σε όλα τα επίπεδα μιας σιωπηλής και σχεδόν συλλογικής τραγωδίας. Και αυτό που ήθελα ήταν να δώσω τον άνθρωπο την ώρα της συντριβής του. Όμως και ούτε ήθελα να μείνω μόνο στη συντριβή. Γι” αυτό και οι βασικές δομές του είναι η αγάπη. Ο έρωτας ως θυσία και ως τελετουργία ύπαρξης. Ως προδοσία ακόμα όταν τα πρόσωπα δεν μπορούν να τον αντέξουν. Ή ως βαθύ ιερό, όταν μυεί την ψυχή να συλλάβει την ομορφιά.

Άφησα τα πρόσωπα του μυθιστορήματος να βαδίσουν μονάχα τους δρόμους ενός πεπρωμένου που ήταν και πεπρωμένο του τόπου όπου ζούσαν. Βασικά το μυθιστόρημα είχε ξεκινήσει από μια συγκεκριμένη εικόνα. Μια νύχτα παγωμένη είχα βρεθεί στο κέντρο της Αθήνας και είδα έναν άνθρωπο να κοιμάται στην εσοχή μιας πόρτας με λουκέτο. Οι δρόμοι ήταν έρημοι. Ερημωμένοι. Και αυτό ήταν εφιαλτικό. Όταν η φίλη που ήταν μαζί μου έβγαλε μια χάρτινη σακούλα με κάτι μπισκότα ο άνθρωπος πετάχτηκε απάνω και την άρπαξε και πάλι βυθίστηκε στη λήθη του.

Στο μυθιστόρημα αυτό ήθελα να αποδείξω το πώς ο χρόνος, η στιγμή, αιχμαλωτίζει τη ζωή μας και μας οδηγεί ανύποπτους σε καταστάσεις που δεν μπορούμε να ελέγξουμε.

Κάπως έτσι. Και θα σου πω μια φράση που έγραψα γι” αυτό και μου αρέσει: “Πλασμένο από τα ακατέργαστα υλικά της οργής και του έρωτα, το μυθιστόρημα περπατάει στις ερεβώδεις, φροϋδικές διαδρομές: από την Ψυχή προς την Ψυχή”.

 -Και το τελευταίο σου μυθιστόρημα «Συνέντευξη με το φάντασμα του βάλτου;» Να μας πεις πώς γεννήθηκε αυτό το ιδιαίτερο βιβλίο και κατά πόσο υπάρχει η γενέθλια πόλη στο έργο ενός συγγραφέα;

Αυτό είναι το πιο τρυφερό μου μυθιστόρημα, το πιο ευάλωτο μεταφυσικά, το πιο κοντά στην αλήθεια την άλλη, την αθέατη, στη γνώση την άλλη, που διαλύει το σκοτάδι και σε κάνει να νιώθεις δυνατός.

Στηρίζεται πάνω σε μια ιστορία πέρα για πέρα αληθινή και μαζί φανταστική, όπως η ίδια η ζωή. Μιλά για το σκοτεινό μυστήριο του θανάτου και για τα ανεξιχνίαστα της ζωής, έτσι που να μπορέσει μονάχος ο αναγνώστης να περπατήσει τα μονοπάτια της ομίχλης και να βγει δυνατός. Μονάχος να φτάσει στη θέαση του Σμαράγδινου Φωτός και να φωτίσει την ψυχή του.

Δεν θέλω να σου πω τίποτε άλλο. Μόνο πως το νεανικό αυτό μυθιστόρημα είναι το πιο αγαπημένο μου. Είναι το μικρό μου κεχριμπάρι και βγήκε κατακόρυφα μέσα από την ψυχή μου.

Όσο για το αν υπάρχει στα βιβλία μου ο γενέθλιος τόπος, θα πω πως: Μόνο γιατί υπήρχε γράφτηκαν όλα τα ιστορικά μου μυθιστορήματα. Η Μαρούλα μου της Λήμνου, η Δοξανιώ μου, ο Νικηφόρος Φωκάς, το Ξείλινο Τείχος, που ενώ μιλάει για την Αθήνα και τη Σπάρτη, φέρνει σε όλες τις σελίδες του τη Λήμνο, γιατί από εκεί πήραν αιχμάλωτο, παιδί, τον βασικό μου ήρωα και γιατί στον Ηρόδοτο είχα βρει ένα εδάφιο, πως ένα ιστορικό πρόσωπο που ήταν γενναίος πολεμιστής στη μάχη της Σαλαμίνας και έπαιξε σημαντικό ρόλο, ο Αντίδωρος, καταγόταν από τη Λήμνο. Όσο για το μυθιστόρημα “Πήραν την Πόλη, πήραν την”, θα πω μόνο πως: αν μέσα στο μυαλό μου δεν υπήρχαν τα χρυσαφένια τοπία της Λήμνου θα ήταν αδύνατο να το τελειώσω. Εκεί ακουμπούσα τη σκέψη μου για να ξεκουραστεί.

-Θα μπορούσες να μας πεις τι γράφεις αυτή την εποχή;

Δεν θέλω να μιλήσω γι” αυτά τώρα. Ίσως μια άλλη φορά. Δεν ήθελα να γράψω τον τελευταίο καιρό.

Πέρασα αυτή την υποστασιακή θα την έλεγα κρίση για το εάν ήταν χαμένες ή κερδισμένες οι χιλιάδες ώρες μου μέσα στην αγωνία της γραφής. Τα είπαμε αυτά. Θα δούμε τι θα φέρει το αύριο.

Μπορεί να ετοιμαστούν τα ημερολόγια για την έκδοση και τότε θα έχω πολλή δουλειά – θέλει πολλή δουλειά αυτό το βιβλίο και το φοβάμαι και λίγο.

Επίσης, έχω γράψει και ένα μικρό βιβλίο με παραμύθια που ελπίζω να βγει στις εκδόσεις Πατάκη. Το παραμύθι είναι σαν την ποίηση. Ένας μαγικός υπερρεαλισμός που σε ταξιδεύει σε καινούριες οράσεις.

Το παιδί και η ποίηση έχουν μια ίδια αθωότητα. Μια ίδια υπερρεαλιστική καθαρότητα.


Η κρίση και η εποχή

 l4-Μαρία, είμαστε οι τόποι μας; Τι είναι εκείνο που βρήκαμε μέσα στην κρίση και ποια χάθηκαν, εντέλει, ανεπιστρεπτί;

Είμαστε οι τόποι μας. Και δεν μιλώ για τους άλλους. Μιλώ για μένα. Και θέλει πολλή δουλειά για να σου πω πώς το αισθάνομαι αυτό και πώς το έδωσα στα τόσα βιβλία μου. Πόσο οργανικό είναι, πόσο μεταφυσικό ακόμα, υποστασιακό. Πρώτα αγαπώ τον μικρό ιδιαίτερο τόπο μου, την χρυσαφένια Λήμνο, που με μύησε στα μυστικά των ορφικών της τοπίων. Και μέσα σε αυτή την αγάπη περιέχεται και η αγάπη του τόπου γενικότερα. Στο Ξύλινο Τείχος, που μου στοίχισε απίστευτο μόχθο, καθώς έπρεπε να διαβάσω όλη τη φιλοσοφία ζωής του αρχαίου κόσμου, για να καταλάβω γιατί ο Σπαρτιάτης μεγαλούργησε με αυτά που πίστευε και γιατί ο Αθηναίος μεγαλούργησε επίσης με όσα τελείως διαφορετικά πίστευε, και γιατί εκείνοι οι “ολίγοι” κατετρόπωσαν τους μυρίους, λοιπόν, αυτό το πολύμοχθο μυθιστόρημα το έγραψα για τον τόπο. Που τον ξεπουλάνε πια σήμερα. Τον ξεπουλάμε ανελέητα. Τον κακοποιούμε. Ήθελα να πω πόσο ήταν ιερός ο τόπος για τον τότε Έλληνα, ας πούμε, για τον Αισχύλο, που όταν τον ρώτησαν τι θα ήθελε να γράψουν στο μνήμα του εκείνος είπε: Ότι υπήρξα Μαραθωνομάχος!

Αυτό ήταν το πιο σημαντικό για εκείνον.

Όσο για το τι βρήκαμε μέσα στην κρίση και ποια χάθηκαν, έχω ανάγκη να πιστεύω πως θα αναγεννηθεί ο τόπος μας. Δεν ξέρω πώς. Ίσως με τις δικές του αρχέγονες δυνάμεις. Ύστερα από την κρίση που καθένας μας την βίωσε μέσα από μια προσωπική του δοκιμασία, κάτι καλό θα γεννηθεί. Γιατί όσα και αν χάσαμε, πιστεύω πως βρήκαμε ένα κομμάτι γνήσιο του εαυτού μας, το έβγαλε στην επιφάνεια ο ίδιος ο κοινός μας πόνος, η συνείδηση πως πρέπει να γίνουμε λίγο καλύτεροι, όπως είπα, και λίγο σοφότεροι. Να σταθούμε λίγο πιο πάνω από την απαίτηση και την οργή.

 -Μια ερώτηση που συνηθίζω να κάνω τελευταία: τι θεωρείς γενναιότητα και τι επαναστατικότητα σήμερα;

Γενναιότητα είναι να ελπίζεις στο καλό που περιμένεις. Αυτό το “καλό” που ίσως θα το φέρει ο τόπος με τις δικές του, όπως είπα, αρχέγονες δυνάμεις. Και μη μου ζητάς να σου το εξηγήσω αυτό. Και επαναστατικότητα είναι να μπορείς να ορθώνεις τον δικό σου λόγο ενάντια σε όσα τείνουν να εξοντώσουν τη ζωή σου. Έναν “λόγο” που να είναι η σιωπή σου ή η ποίησή σου ή το όποιο δημιουργικό έργο σου, έτσι που να “ομολογεί” προς αυτό το Καλό που πιστεύεις. Έτσι που να το ελευθερώνει αυτό το Καλό.

Σε ευχαριστώ, Ελένη, για την όμορφη συζήτηση που είχαμε.

 -Μαρία για τα ταξίδια μας και το προσκύνημά μας τότε στον Άγιο, για την φιλία μας που κρατά και κρατά, σ’ ευχαριστώ με όλη μου την καρδιά!

Αναρτήθηκε στο Fractall 
16 Ιαν. 2015

*************************************

 Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα
για το μυθιστόρημα "Η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι"

«Η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι»: με τίτλο-δάνειο από στίχο ορφικής ποίησης που αγαπά, η ποιήτρια που μεταφράστηκε από τον Λακαριέρ, έγραψε για τον Ελύτη και για τον Μπέκετ, έκανε το ιστορικό μυθιστόρημα υπαρξιακό μυθιστόρημα, η Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου, αποφασίζει να μας μιλήσει για αυτό που τώρα ακριβώς μας συμβαίνει. Και μέσα από ένα βαθύτατα ψυχολογικό και οντολογικό μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε μόλις από τις εκδόσεις Πατάκη, να επανεξετάσει το λογικό και το παράλογο, το άσχημο και το όμορφο, το παρελθόν και το παρόν έτσι όπως ξετυλίγεται αμείλικτο, στοχεύοντας ουσιαστικά στο μέγιστο αίνιγμα: αυτό του χρόνου και της ψυχής μας.


Το παρελθόν είναι μέσα μας δύσβατο και απειλητικό (τίτλος κεφαλαίου στο καινούργιο βιβλίο σας). Δεν είναι, όμως, και το παρόν και το μέλλον μας, κυρία Λαμπαδαρίδου, εκείνο το σκοτεινό και απειλητικό παρελθόν;

Ο λόγος αυτός είναι του Μπέκετ και με είχε προβληματίσει κι εμένα. Γι' αυτό τον συνέδεσα και με την ψυχανάλυση στο μυθιστόρημα. Αν και για τον Μπέκετ, το παρελθόν δεν είναι μόνον ο βιωμένος χρόνος της παρούσης ζωής, αλλά κρατά μνήμες σκοτεινές και αναπόδεικτες από διαδρομές της ψυχής προγεννητικές. «Η εικόνα ανεβαίνει από αβύσσους», λέει η Ουίνι στο Ω οι ωραίες μέρες. Κι αλλού: «αναρωτιέμαι αν αυτό το μυαλό δεν έχει κιόλας περιπλανηθεί μέσα στην ατέλειωτη νύχτα της αβύσσου».
Όπως και να 'ναι, το «δύσβατο και απειλητικό παρελθόν» έχει ανάγκη να βγει στο φως, στη συνείδηση, που σημαίνει να αυτοαποκαλυφθεί, να κατανοηθεί, να γίνει ορατό, να καθαρθεί. Όσο για το παρόν ή το μέλλον, θα πω ότι αυτό περιέχεται από το παρελθόν κατά τρόπο μυστηριακό. Ο στίχος του Έλιοτ το δίνει με μοναδική ποιητική εικόνα, πως «ο χρόνος ο παρών και ο παρελθών χρόνος είναι κι οι δυο παρόντες στον μέλλοντα χρόνο».

Δηλαδή η φράση του Μπέκετ υπήρξε για σας ένας άξονας που καθόρισε την πλοκή του μυθιστορήματος;

Υποσυνείδητα ίσως. Όταν ξεκίνησα να γράφω το μυθιστόρημα Η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι με βασάνιζε πολύ η έννοια του παρελθόντος χρόνου που αιχμαλωτίζει και εξουσιάζει το παρόν και το μέλλον της ζωής μας. Ένα περιστατικό που μπορεί και να το ξεχάσαμε έχει πολλές φορές τόση εξουσία στη διαμόρφωση μιας σκέψης ή μιας απόφασης, που, όταν αυτό το δει κανείς αναλυτικά, αισθάνεται δέος μπρος στις αθέατες ψυχικές διεργασίες, τελετουργίες θα τις έλεγα.
Αυτά όλα προσπάθησα να τα δώσω στο μυθιστόρημα μέσα από την έμπειρη ματιά της ψυχανάλυσης, για να φέρω την ηρωίδα μου μπρος στις αλήθειες της. Να δει τα λάθη της, να καταλάβει πόσο ελλιπείς είμαστε σαν άνθρωποι, πόσο ευάλωτοι. Πόσο μεταβαλλόμενος είναι ο ψυχισμός μας. Να φτάσει σε μια προσωπική αυτογνωσία, να αυτοκαθαρθεί, για να μπορέσει να βγει ξανά στη ζωή δυνατή και ολοκληρωμένη. Να αναδυθεί, θα έλεγα.
Δεν είναι εύκολα όλα αυτά, εννοώ η ανάβαση στο πρόσωπο. Έκανε πολλά λάθη και έχυσε πολλά δάκρυα, περπάτησε πολλούς έρημους δρόμους, για να βρει τον έναν δρόμο, αυτόν που οδηγεί στην αλήθεια που απελευθερώνει.

Η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι: να αναφερθούμε στη σημειολογία του τίτλου;

Είναι ο ορφικός στίχος που πολύ αγαπώ. Ολόκληρη η ορφική ποίηση, ο σαγηνευτικός αυτός μύθος του έρωτα και του Άδη, είναι από τα αγαπημένα μου. Τα έζησα αυτά, με το «Τραγούδι του νεκρού αδερφού», όταν έγραφα τον Άγγελο της Στάχτης που είναι και το αγαπημένο μου μυθιστόρημα. Εκεί περπάτησα μαζί με τον Κωνσταντίνο μου τα ασφοδελά μονοπάτια τα τυλιγμένα στην ομίχλη του αθέατου κόσμου, για να βρω μαζί του την άλλη αλήθεια.
Στο καινούργιο μου μυθιστόρημα ο ορφικός στίχος λειτουργεί μεταφορικά, σαν δίψα ζωής που τη γεννά το ερωτικό άλγος ή, βαθύτερα, το ίδιο το πάθος για ζωή. Δηλαδή αυτό προσπάθησα να δώσω, χωρίς να ξέρω πώς θα το περπατήσει ο αναγνώστης. Ένα μυθιστόρημα πιστεύω πως πρέπει να είναι ανοιχτό στη δεκτικότητα του αναγνώστη για να μπορεί να συμμετέχει σε αυτό ελευθερώνοντας ταυτόχρονα τον εαυτό του. Όμως αυτά γίνονται περισσότερο με τη διαίσθηση, παρά με τη λογική. Είναι κι αυτό ένα μυθιστόρημα που γράφτηκε περισσότερο με τη διαίσθηση ψηλαφώντας τον αδιόρατο ψυχικό κόσμο των προσώπων που έπλασα.

Προτού ξεκινήσετε να γράφετε, είχατε πλάσει τα πρόσωπα και την πλοκή, τον μύθο;

Τα πρόσωπα τα πλάθω στο μυαλό μου για να τα γνωρίσω, να τα αγαπήσω. Δεν μπορώ να γράψω γι' αυτά αν δεν τα κάνω κομμάτι της ψυχής μου. Συμπάσχω μαζί τους, κλαίω όταν πονούν. Όσο για την πλοκή, τον μύθο, όχι, ποτέ δεν ξέρω πού θα με βγάλει. Με οδηγούν τα ίδια τα πρόσωπα με την προσωπικότητά τους και με τη θέλησή τους. Γιατί είναι ζωντανά πια, καταχωρούνται σε μια πραγματικότητα που την κάνει υπαρκτή η εντολή του νου. Κι εγώ τα σέβομαι τα πρόσωπα μου. Όπως σέβεσαι το ιστορικό πρόσωπο που έχει υπάρξει.
Στο μυθιστόρημα Η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι υπάρχει και ο υπαρκτός περιβάλλων χώρος, η χειμαζόμενη κοινωνία των δύσκολων ημερών που βιώνουμε, κι αυτό κάνει έναν συγγραφέα να πάρει θέση έναντι των γεγονότων και έναντι του άδικου που πάντα περισσεύει σε όλους τους καιρούς.
Κι ακόμα, έναντι της ιστορικής στιγμής που σηματοδοτεί όχι μόνο το προσωπικό μας δράμα, σαν χώρα, αλλά και το συλλογικό ανθρώπινο δράμα που παίζεται ερήμην μας στην παγκόσμια θεατρική σκηνή.

Τα σπασμένα αγάλματα, οι μετανάστες, οι άστεγοι, τα ξενοίκιαστα μαγαζιά... πόσο επώδυνο και επικίνδυνο είναι να μιλήσει κανείς για την εποχή μας;

Οι μετανάστες, οι άστεγοι, τα ξενοίκιαστα μαγαζιά. Και η κουκουβάγια που θρηνεί «επί των ερειπίων».
«Και τι πταίει η γλαυξ η θρηνούσα επί των ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια, αυτοί οι ανίκανοι κυβερνήται της χώρας», έγραφε στην εφημερίδα Ακρόπολις, για την Πρωτοχρονιά του 1896, ο Παπαδιαμάντης.
Εμείς τι να πούμε σήμερα; Είμαστε οι θλιβεροί «κομπάρσοι» στη θεατρική σκηνή των πρωταγωνιστών. Ο λόγος μας ελάχιστος. Κι αν τον πούμε, κανείς δε θα τον ακούσει.
Στην άκρη του χρόνου όπου βρέθηκα, ονειρευόμουν να είναι όμορφες οι μέρες μου, όμορφη η κάθε μια μέρα μου, πολύτιμη, με τα βιβλία που έγραψα και που τα αγαπώ, κάθε βιβλίο έχει κι ένα κομμάτι από την ψυχή μου. Με την αγάπη των αναγνωστών μου. Με την αντίληψη που μου έδωσε η εμπειρία της μακριάς διαδρομής. Κι ωστόσο, είμαι μέσα στην αγωνία. Μέσα στον φόβο και στην ανασφάλεια. Μέσα στην απογοήτευση, μην πω και κατάθλιψη, για την κατάντια της όμορφης χώρας μας και για τη δυστυχία των ανθρώπων. Λέει ένας ήρωάς μου στο μυθιστόρημα, ο καπετάν Μιχελής, παλιός αετός της αντίστασης: «Όταν κόβουν τη σύνταξή μου και δεν μπορώ να πάρω τα φάρμακα, είναι σαν να κλέβουν την πατρίδα».

Και τα βιβλία σας; Δεν είναι μια διέξοδος ή ακόμα και μια βοήθεια με την έννοια της ικανοποίησης που σας δίνουν;

Άλλοτε η συγγραφική μου δουλειά μού έδινε τη χαρά να υπάρχω, τη χαρά να ταξιδεύω με όσα έγραφα. Τώρα βλέπω πόσο έχει πληγεί και αυτός ο χώρος. Με δυσκολία βγάζω κάποια βιβλία μου που δε θεωρούνται «ευπώλητα» όμως που για μένα είναι σημαντικά, θέλω να πω, κείμενα που γράφτηκαν με πολύ βασανισμό, γιατί είναι θέσεις ζωής, όπως το βιβλίο μου Δωρεάν Φθινόπωρα που μου έβγαλαν οι εκδόσεις Ι. Σιδέρη το 2013, και τους ευγνωμονώ. Όμως αυτό δεν ακυρώνει τα αδιέξοδα που βιώνουμε, αυτή την έλλειψη ανάσας.
Σε κάποιο σημείο, στο μυθιστόρημα, λέει η ηρωίδα μου μια στιχομυθία από τη Δίκη του Κάφκα:
«Είμαι αθώος, κύριε», λέει ο Γιόζεφ Κ.
Και ο άλλος του απαντά: «Ναι, αλλά η αθωότητά σου δεν μπορεί να σε σώσει».
Αυτό ακριβώς βιώνουμε: Μια αθωότητα που δεν μπορεί να μας σώσει. Και δε μιλώ για όλους. Κάποιοι πλουτίζουν ακόμα και σήμερα από τη δυστυχία των άλλων. Μιλώ για τους απλούς και ανοχύρωτους πολίτες. Τους εν πολλοίς αθώους. Ή ρομαντικούς. Που ακόμη σεβόμαστε τα ιερά μας.

Έχετε γράψει και εξαιρετικό ιστορικό μυθιστόρημα, κυρία Λαμπαδαρίδου. Πέστε μας, πώς θα διαχωρίζατε ένα μυθιστόρημα ιστορικό από το σύγχρονο;

Θα τολμήσω να πω πως και το σημερινό μου μυθιστόρημα, που εκτυλίσσεται πέρα για πέρα στην καρδιά της πραγματικότητας, είναι ιστορικό, με την έννοια ότι εμείς ζούμε σήμερα το κομμάτι της Ιστορίας που μας αναλογεί, και το βιώνουμε σε προσωπικό και σε παγκόσμιο επίπεδο. Γιατί αυτά που ζούμε, τις μετακινήσεις λαών, τα ομαδικά εγκλήματα εν ονόματι της τρέλας που εξουσιάζει το μυαλό του σύγχρονου ανθρώπου, την καταδυνάστευση των μικρών και αδύναμων χωρών από τις κραταιές δυνάμεις του χρήματος, όλα αυτά και πολλά άλλα είναι ιστορικές στιγμές, ή αλλιώς, είναι η Ιστορία που τη βιώνουμε στη γένεσή της, έτσι ακατέργαστη ακόμη όπως τη γεννάει ο χρόνος, η παρούσα στιγμή. Γι' αυτό και μας καίει τα χέρια το αίμα των γεγονότων. Γιατί είναι νωπά, και είμαστε εμείς οι ίδιοι που δημιουργούμε αυτή τη «γένεση», ή αλλιώς, που συνθέτουμε τα κομμάτια της με τίμημα τη ζωή μας.
Με άλλα λόγια, είμαστε όλοι στην καρδιά ενός αμείλικτου ιστορικού γίγνεσθαι και βιώνουμε την Ιστορία εν τη γενέσει της – με την ανελέητη βοήθεια της τεχνολογίας.
Αυτά προσπάθησα να δώσω στο μυθιστόρημα, «με τα ακατέργαστα υλικά της οργής και του έρωτα».
Όσο μπόρεσα.

«Η πραγματικότητα γίνεται αμείλικτη όταν ζούμε την ψευδαίσθηση»· κυρία Λαμπαδαρίδου, αυτό ζούμε τόσα χρόνια; Την ψευδαίσθηση;

Και την ψευδαίσθηση. Γιατί έχουμε ανάγκη, πολλές φορές, τις στιγμές που ζούμε να τις επεκτείνουμε, να δημιουργήσουμε μια ψευδαίσθηση στο μυαλό μας είτε για να αντέξουμε το όποιο τραυματικό γεγονός είτε για να επιμηκύνουμε μια ευτυχισμένη κατάσταση. Είναι μια μορφή ονειροπόλησης της ευτυχισμένης στιγμής που όμως εύκολα γλιστρά στην παραίσθηση και πλάθει φαντασιακές καταστάσεις. Από εκεί ξεκινούν και τα περισσότερα λάθη μας. Σε μια τέτοια παραίσθηση είχε εμπλακεί η ηρωίδα μου και, όταν η πραγματικότητα ορθώθηκε αμείλικτη μπροστά της, πόνεσε πολύ.
Γιατί διαπίστωσε πως το παράλογο ήταν πιο δυνατό από τη λογική.

«Τελικά το παράλογο είναι πιο δυνατό από τη λογική;» Και τώρα; Τι; Είναι η εποχή πια του παραλόγου;

Κάθε μορφή παραλόγου γεννιέται από μια διαταραγμένη συνείδηση. Κι αν ακόμα το δούμε ομαδικά και όχι ατομικά, οι πόλεμοι όλοι στηρίχθηκαν σε μια λανθασμένη διαλεκτική του παραλόγου. Θα έλεγα πως μπορεί να είναι δυνατό το παράλογο, όμως μια μέρα γκρεμίζεται μαζί με τις ψευδαισθήσεις του. Ο άνθρωπος τελικά νικάει. Η λογική και το τμήμα της συνείδησης που φωτίζεται από τη δοκιμασία ή το λάθος. Η ηρωίδα μου έζησε τις ερωτικές ψευδαισθήσεις της, όμως βγήκε δυνατή και ώριμη γιατί ο φωτισμός της συνείδησης την ολοκλήρωσε, την έφερε σε ένα άλλο επίπεδο αντίληψης.

«Η ομορφιά γίνεται μοναξιά, όταν δεν μπορείς να συμμετέχεις», λέτε· η λογοτεχνία μπορεί να κάνει την ασχήμια ομορφιά; Να νικήσει τη μοναξιά; Τι άλλο μπορεί να κάνει η λογοτεχνία;

Να φωτίσει τη συνείδησή μας. Ή αλλιώς, να διευρύνει την αντίληψή μας ώστε να κατανοήσουμε κάποια πράγματα ή να δούμε ότι υπάρχουν. Πράγματα σημαντικά που ίσως τα αγνοούσαμε. Με άλλα λόγια, να πλουτίσουμε την ψυχή μας. Να γίνουμε άξιοι να συμμετέχουμε σ' αυτό το θαύμα της ζωής, στο θαύμα που είναι η κάθε μια μέρα μας ξεχωριστά. Η κάθε μοναχική μας στιγμή. Η ομορφιά γίνεται μοναξιά όταν δεν μπορείς να συμμετέχεις, ναι. Όμως πρέπει να γίνεις άξιος γι' αυτή τη συμμετοχή. Τίποτα δε σου δωρίζεται. Το καθετί το κατακτάς με την όποια αξία ή καλλιέργεια έχεις, με πόνο ακόμα. Και τότε η μοναξιά γίνεται ολόφωτη και άκρως δημιουργική, μπορείς να την αγαπήσεις και να της εμπιστευτείς την ψυχή σου.

Και γιατί ένας συγγραφέας, κυρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου, ύστερα από τόσα βιβλία συνεχίζει να γράφει;

Γιατί πιστεύει πως έχει ακόμη να πει πράγματα. Ή γιατί ακόμη δε βρήκε αυτό το ουσιαστικό που αναζητούσε μια ζωή, το νόημα ή τη μεταφυσική του νοήματος που αποτελούσε το περιεχόμενο της αγωνίας του. Όμως για να αντιστρέψω την ερώτηση: Και γιατί να μη γράφει; Επειδή είναι τόσων χρόνων; Υπάρχει και η νεότητα της «διαφάνειας», που είναι η νεότητα του Πλωτίνου. Και θα πω έναν στίχο του Ελύτη πανέμορφο: «Με μια ρυτίδα περισσότερο στο μέτωπο, μια ρυτίδα λιγότερο στην ψυχή, να τι είναι αυτό που περιμένω: την απόλυτη αντιστροφή, τη διαφάνεια». Πάνω σ' αυτό έκανα μια μεγάλη ανάλυση στο βιβλίο μου Οδυσσέας Ελύτης – Ένα όραμα του κόσμου που τη στήριξα στη φιλοσοφία του Πλωτίνου, και είχε αρέσει και στον ίδιο.


Από την ψυχή προς την ψυχή ο τίτλος ενός βιβλίου μες στο βιβλίο, το καινούργιο βιβλίο σας εκεί απευθύνεται; Στην ψυχή;

Όλα μου τα βιβλία εκεί απευθύνονται. Από την ψυχή βγαίνουν και στην ψυχή επιστρέφουν. Για να την πάνε ένα ελάχιστο πιο πέρα. Ένα ελάχιστο πιο κοντά στην αλήθεια της. Σε αυτή την υπαρξιακή της αλήθεια που είναι και η μοναδική της λάμψη μέσα στο δύσβατο αόρατο που την περιέχει.

«Πεθαίνεις, Αθήνα», ψιθύρισε. «Πεθαίνεις αργά τις νύχτες τις άφεγγες». Τόσο πολύ τρομακτική έχει γίνει η ζωή μας; Η Αθήνα;

Η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου ΠατάκηΈνα βράδυ είχα πάει σε μια εκδήλωση, κάτω στο κέντρο της Αθήνας. Όταν τελείωσε, περίπου δέκα και μισή, βγήκαμε να περπατήσουμε ώσπου να βρούμε ταξί. Και εκεί είδα την ερήμωσή της σε όλο το τρομακτικό μέγεθος. Κατεβήκαμε τη Σταδίου με τα καμένα κτίρια που φάνταζαν εφιαλτικά και με τα λουκέτα στα άδεια κάποτε πολυτελή καταστήματα. Διασχίσαμε την έρημη Πανεπιστημίου και ήταν η ίδια εφιαλτική εικόνα. Το σκοτάδι βοηθούσε τον εφιάλτη κι εγώ ένιωθα να καταρρέω. Ένιωθα πως αυτή η ερημωμένη εικόνα ήταν μέσα μου. Σε μια εσοχή ενός κλειστού με λουκέτο καταστήματος κοιμόταν τυλιγμένος σε μια φτενή κουβέρτα ένας άνθρωπος. Τον πλησιάσαμε. Η φίλη μου κρατούσε μια χάρτινη σακούλα με μπισκότα. Ο άνθρωπος στη θέα της σακούλας πετάχτηκε απάνω. Μια ψυχή στο έλεος της εγκατάλειψης. Κι η νύχτα ήταν παγωμένη. Δίπλα του κάποιοι σωροί από σκουπίδια.
Αυτή την εμπειρία την πέρασα στην ηρωίδα μου.

Η ιστορία, το παρελθόν, κυρία Λαμπαδαρίδου, θα μπορούσε να είναι μια λύση; Τι πιστεύετε πως θα μπορούσε να είναι «μια λύση;»

Μόνον ο πολιτισμός μας. Να τον αντιπαραθέσουμε σαν αξίωμα και σαν πνευματικό μετερίζι στις όποιες απειλές. Όμως πρέπει πρώτοι εμείς να τον σεβαστούμε αυτό τον μοναδικό πολιτισμό και να του προσδώσουμε το πραγματικό μέγεθος της αξίας του. Και η διαφθορά δε βοηθά. Καθημερινά ακούμε περιστατικά διαφθοράς τρομακτικά. Γι' αυτή την κατάρρευση μιλώ στο μυθιστόρημα. Από αυτό το ερημωμένο τοπίο προσπαθούν να βγουν οι ήρωες μου.
Ας ευχηθούμε ο καινούργιος χρόνος που ξημερώνει να είναι πιο ανθρώπινος και πιο ειρηνικός.
Καλή χρονιά!

Δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό diastixo στις 14 Ιαν. 2014


«ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΒΑΛΤΟΥ», της Μαρίας Λαμπαδαρίδου – Πόθου – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

Εκδόσεις: Πατάκη




            Η Μαρία Λαμπαδαρίδου – Πόθου είναι μια συγγραφέας που έχει το χάρισμα να συγκλονίζει τον αναγνώστη από την πρώτη γραμμή κάθε κειμένου της. Το πρώτο δικό της βιβλίο που διάβασα ήταν η «Υψιπύλη» και ήταν αυτό που με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι, από εκεί και στο εξής, θα αναζητούσα ανελλιπώς κάθε βιβλίο της που κυκλοφορεί. Έχοντας διαβάσει και το προηγούμενο, περσινό βιβλίο της «Η Δίψα Με Καίει Εμένα Και Χάνομαι» γνώριζα ότι η Συνέντευξη ήταν εμπνευσμένη και πήγαζε από αυτό. Η ανυπομονησία μου να το διαβάσω μεγάλη και, όντως, με το που το πήρα στα χέρια μου ξεκίνησα την ανάγνωσή του. Αυτή η πρώτη του, όμως,  ανάγνωση ήταν ανυπόμονη, βιαστική και γρήγορη, διότι απλά δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου. Γυρνώντας και την τελευταία σελίδα, συνειδητοποίησα ότι το είχα διαβάσει με καταιγιστικό ρυθμό, σαν να με κυνηγούσαν. Δεν άργησα να παραδεχτώ ότι ένα τέτοιο βιβλίο άξιζε περισσότερης προσοχής και εμβάθυνσης. Έτσι, μετά από λίγο καιρό το ξαναδιάβασα, αυτή τη φορά με μεγαλύτερη προσοχή και υπομονή, γνωρίζοντας ήδη την εξέλιξή του.

            Όσοι έχουν διαβάσει κάποιο βιβλίο της κ. Πόθου γνωρίζουν ότι έχει ένα δικό της μοναδικό τρόπο γραφής, ποιητικό, γλαφυρό, περιεκτικό, συγκινητικό και δυνατό ταυτόχρονα, τόσο που παρασύρει τον αναγνώστη και τον τοποθετεί μέσα στην υπόθεση του κάθε βιβλίου της, σαν να είναι κι εκείνος ένας από τους ήρωές της. Όσοι δεν έχουν ακόμη διαβάσει κάποιο βιβλίο της πολυγραφότατης συγγραφέως, θα τους συμβούλευα να ξεκινήσουν άμεσα, διότι πραγματικά δεν ξέρουν τι χάνουν!

            Η «Συνέντευξη Με Το Φάντασμα Του Βάλτου» είναι ένα βιβλίο που έχει κατηγοριοποιηθεί από τον εκδοτικό ως ‘νεανική λογοτεχνία’, μια και οι κύριοι ήρωές του είναι κατά κύριο λόγο νέοι, όπως η Δήμητρα, ο Άντριου, η Ντεμέτρια και ένα παιδί, ο Μιχελής, αλλά πιστεύω και λόγω του υπερφυσικού και φανταστικού στοιχείου που χρησιμοποιεί η συγγραφέας στο μεγαλύτερο μέρος του. Όμως, αυτό δε σημαίνει ότι το βιβλίο αυτό δε μπορεί να διαβαστεί από όλους και, όπως λέει η ίδια η συγγραφέας, από ‘νέους όλων των ηλικιών’! Απεναντίας, νομίζω πως οι μεγαλύτεροι σε ηλικία αναγνώστες θα αποκομίσουν περισσότερα και θα αισθανθούν πιο πολλά λυτρωτικά συναισθήματα, καθώς τα ταξίδια στο χρόνο και η επικοινωνία με τους αγαπημένους μας νεκρούς είναι κάτι που όλοι μας αποζητάμε και ευχόμαστε σε κάποιο σημείο της ζωής μας.

            Η κύρια ηρωΐδα μας είναι η Δήμητρα, η εγγονή του παππού Μιχελή και εικοσάχρονη τελειόφοιτος της σχολής Δημοσιογραφίας. Σπουδάζει στην Αθήνα, αλλά κατάγεται από ένα νησί, στη δική μου φαντασία 'φωτογράφισα' την αγαπημένη Κρήτη με τα οροπέδιά της και τις ρακές της, ίσως και να κάνω λάθος. Ο συντοπίτης και συμφοιτητής της Κωνσταντίνος είναι ερωτευμένος μαζί της. Η Δήμητρα, αν και το γνωρίζει, θεωρεί πως πρέπει να ασχοληθεί με κάποια πιο φλέγοντα θέματα, όπως το παλιό ημερολόγιο του παππού της του καπετάν - Μιχελή, που της κληροδότησε πριν πεθάνει, μαζί με την προσταγή – παραίνεση να βρει το Φάντασμα του Βάλτου και να τον ρωτήσει να της πει όσα εκείνος δεν μπόρεσε να μάθει, ή δεν ήθελε να της πει. Επίσης, είναι απαραίτητη κι επιτακτική η συμμετοχή της σε ένα διεθνή διαγωνισμό δημοσιογραφίας για την πιο πρωτότυπη συνέντευξη, με έπαθλο μια περίοπτη θέση στη διεθνή δημοσιογραφία και ένα σημαντικό χρηματικό ποσό. Τι πιο πρωτότυπο, λοιπόν, από την συμμετοχή της με μια συνέντευξη με το φάντασμα του Βάλτου;

            Η συγγραφέας ξεδιπλώνει μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας ένα εκπληκτικό ταξίδι στα ταραγμένα χρόνια της Κατοχής και της ελληνικής Αντίστασης, της υποβοηθούμενης από την αγγλική αντικατασκοπεία, των ηρώων και των δωσίλογων, των αθώων θυμάτων εξαιτίας της ‘απαγορευμένης’ καταγωγής τους, των μισών και των παθών, των προκαταλήψεων, των μεγάλων ερώτων που μπορούν και αντιστέκονται στον χρόνο και τους νόμους της Φύσης, της επικοινωνίας με αδικοχαμένους αγαπημένους νεκρούς, της απόδοσης δικαιοσύνης, έστω και καθυστερημένα, και των ανέφικτων – σύμφωνα με την λογική – ταξιδιών στο χρόνο και της αναβίωσης γεγονότων και καταστάσεων που έχουν υπάρξει, έχουν τελεστεί, αλλά δεν έχουν χαθεί.

            Ένα αριστουργηματικό βιβλίο που, παρά το μεταφυσικό κλίμα του - δεν είναι συνηθισμένο άλλωστε να βλέπεις και να συνομιλείς με φαντάσματα, ή να ταξιδεύεις στο παρελθόν και να το ζεις εκ νέου με μέσο μια κεχριμπαρένια μπάλα – καταφέρνει να αποδώσει ολοζώντανα το ταραγμένο κλίμα της εποχής του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, την οδύνη και την αγωνία των νέων που δεν πρόλαβαν να ζήσουν όλη τη ζωή τους και να γευτούν τους καρπούς της, την προδοσία από ανθρώπους που το κακό τους περισσεύει και η αγάπη δεν τους έχει γλυκάνει την ψυχή και, κυρίως, την αναπόδεικτη αλήθεια ότι οι ψυχές ζουν αιώνια και κάποτε, ίσως βρίσκουν τον τρόπο να επικοινωνήσουν με τα αγαπημένα τους πρόσωπα που άφησαν πίσω. Αξίζουν πολλά συγχαρητήρια στην αγαπημένη συγγραφέα για το εξαιρετικό, γεμάτο συναισθήματα και εικόνες, βιβλίο της το οποίο και σας προτείνω ανεπιφύλακτα Φίλοι μου!      


Υπόθεση Οπισθόφυλλου


«Ένα ξεχασμένο ημερολόγιο και ο Χρόνος. 

Ένα παιδί, ο Μιχελής, που καταφέρνει να σώσει το έργο της αντικατασκοπείας. 

Ένας Άγγλος αξιωματικός που σκοτώνεται, όμως εξακολουθεί να είναι παρών. Η Δήμητρα που έχει εμπλακεί με πάθος και ζητά να λύσει το αίνιγμα. 

Η υπερφυσική δύναμη μιας κεχριμπαρένιας μπάλας θα τη βοηθήσει να μπει στα μυστικά του χρόνου. 

Θα τη φέρει στην ίδια παράλληλο με τα γεγονότα εκείνα και, λειτουργώντας σαν μια άγνωστη τεχνολογία, θα την οδηγήσει στους ίδιους δρόμους, στα ίδια περιστατικά που θα διαδραματιστούν μπρος στα έκπληκτα μάτια της, έτσι ακατέργαστα όπως τα γέννησε ο χρόνος, η ματωμένη εκείνη ώρα. 

Γιατί ό,τι έχει υπάρξει, υπάρχει στον χρόνο. 

Ο τόπος συμμετέχει ενεργά στο μυθιστόρημα με όλη την άγνωστη δύναμή του. 

Και η ηρωίδα χρησιμοποιεί το μαγικό στοιχείο που κρύβει για να βρει το νόημα μιας άλλης αλήθειας, μιας άλλης δικαιοσύνης. 

Γιατί η γνώση είναι δύναμη.» 



Συνέντευξη της Μαρίας Λαμπαδαρίδου – Πόθου
στην Κλειώ Τσαλαπάτη
            Η Μαρία Λαμπαδαρίδου – Πόθου είναι μια συγγραφέας πολυγραφότατη, η οποία με τα έργα της έχει καθιερωθεί ως μία από τις κορυφαίες σύγχρονές μας λογοτέχνιδες. Το έργο της ποικίλει και κυμαίνεται από το ιστορικό μυθιστόρημα στη νουβέλα, από την ποίηση στο θεατρικό λόγο και από το μεταφυσικό μυθιστόρημα στην εφηβική λογοτεχνία. Η ικανότητά της να μαγεύει τον αναγνώστη μέσα από την ιδιαίτερα γλαφυρή και ποιητική γραφή της είναι ένα χάρισμα που πολύ λίγοι λογοτέχνες μπορούν να επιδείξουν. Η κ. Πόθου όμως, το καταφέρνει με ευκολία και ο αναγνώστης όταν διαβάσει ένα έργο της δε μπορεί παρά να θαυμάσει το σπάνιο αφηγηματικό της ταλέντο και να αναζητήσει και άλλα βιβλία της. Αυτό συνέβη και στη δική μου περίπτωση όταν διάβασα την «Υψιπύλη», ένα συγκλονιστικό αγωνιώδες και «επώδυνο», θα έλεγα, μυθιστόρημα που έμεινε για πάντα χαραγμένο στη μνήμη μου.


            Η γνωριμία μου με τη συγγραφέα έγινε μέσω της λογοτεχνικής μου ομάδας «Φίλοι Της Ελληνικής Λογοτεχνίας» και θεωρώ ιδιαίτερη τιμή το γεγονός της παραχώρησης εκ μέρους της μιας συνέντευξης, μιας γραπτής συνομιλίας μας καλύτερα, σχετικά με το τεράστιο λογοτεχνικό της έργο και τα δύο τελευταία και πιο πρόσφατα μυθιστορήματά της, το «Η Δίψα Με Καίει Εμένα Και Χάνομαι» και το «Συνέντευξη Με Το Φάντασμα Του Βάλτου». Την ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου για την εξαιρετική αυτή τιμή και της εύχομαι ολόψυχα καλή επιτυχία στα νέα της βιβλία!


 Εάν σκεφτεί κανείς το συνολικό σας έργο, σε όρους βιβλίων σας που έχουν εκδοθεί, συνολικά 49 αν δεν απατώμαι, μπορεί μόνο να αισθανθεί δέος μπροστά σε μια συγγραφέα του μεγέθους σας. Ορμώμενη λοιπόν, από αυτό το συναίσθημα, πείτε μου κ. Πόθου, πότε νιώσατε την ανάγκη να εκφραστείτε συγγραφικά και γιατί;

 Κι εγώ αισθάνομαι κάποιο δέος σήμερα που, από την απόσταση του χρόνου, βλέπω τα βιβλία που έχω γράψει. Όμως αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Τί έδωσαν τα βιβλία, αυτό έχει σημασία. Ποιά ήταν η αγωνία τους και πώς αυτή η αγωνία πέρασε στον αναγνώστη για να φωτίσει ίσως τις δικές του αγωνίες, να μπει στα υπαρξιακά μονοπάτια του και να του δώσει τη δυνατότητα μιας άλλης θέασης του κόσμου.

Το ότι έγραψα πολλά βιβλία ήταν καθαρά από μια δική μου προσωπική αγωνία να σπρώξω, κάθε φορά, λίγο πιο πέρα τη δυνατότητα όρασης ή την ελπίδα μιας γνώσης άλλης, που θα βοηθούσε εμένα πρώτη να βρω κάποιες απαντήσεις στα υπαρξιακά ή μεταφυσικά ερωτήματα που με βασάνιζαν σαν άνθρωπο και λιγότερο σαν συγγραφέα.

Όσο για το πότε νιώθει κανείς την ανάγκη της συγγραφής, αυτό υπάρχει ή δεν υπάρχει. Ή, ακόμα, κατασκευάζεται στις μέρες μας.


 Έχετε γράψει ιστορικά και μεταφυσικά μυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα, ποίηση, θεατρικά έργα, εφηβική λογοτεχνία… Ποιό είναι το αγαπημένο σας είδος, σε ποιό διοχετεύετε τον περισσότερο χρόνο σας και για ποιο λόγο;

Όλα τα βιβλία μου τα αγαπώ, σαν τη μάνα που αγαπάει όλα τα παιδιά της. Καθένα, είτε ποίηση είναι, είτε μυθιστόρημα, είτε θεατρικό έργο αντιπροσωπεύει και ένα κομμάτι από την ψυχή μου, από τον χρόνο μου, από τις αγωνίες που είχα τη συγκεκριμένη στιγμή που το έγραφα. Και πάντα είναι το τελευταίο μου εκείνο που αγαπώ περισσότερο, στην προκειμένη περίπτωση τη «Συνέντευξη Με Το Φάντασμα Του Βάλτου».  Είναι το πιο τρυφερό μου, το πιο ευάλωτο μεταφυσικά, το πιο κοντά στην αλήθεια την «άλλη» που με βασανίζει αυτόν τον καιρό, στη γνώση την άλλη που διαλύει το σκοτάδι, που σε κάνει να νιώθεις δυνατός. Μοιάζει με τα «παράθυρα που ανοίγουν οι άγιοι και οι μάρτυρες για να μπορούμε να επικοινωνούμε με αυτό που δεν φαίνεται». 
Όμως, επειδή και το προηγούμενο «Η Δίψα Με καίει Εμένα Και Χάνομαι» είναι πολύ κοντά ακόμα στις πληγές που το γέννησαν, και επειδή η «Συνέντευξη Με Το Φάντασμα Του Βάλτου» γεννήθηκε από αυτό, πρέπει να πω πως τα δύο αυτά τα συνδέει μια ίδια αγωνία να κατανοηθεί το «ακατανόητο», μια ίδια αναζήτηση της αθέατης αλήθειας.
Πώς και πότε προτιμάτε να συγγράφετε; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ώρα, διάθεση, γεγονός, ή τόπος που σας εμπνέουν ή είναι κάτι που ρέει από μέσα σας αβίαστα κάθε ώρα και στιγμή;
 Δεν γνωρίζω πώς θα  ήταν, αν είχα την πολυτέλεια να επιλέγω μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή ή διάθεση για να γράψω. Η ζωή μου ήταν πάντα δύσκολη. Υπάλληλος στη Νομαρχία Αττικής, τα πρώτα χρόνια, και από τα παράθυρα βλέπαμε τις ατέλειωτες διαδηλώσεις του «ένα ένα τέσσερα» και κάθε τόσο να γίνονται εκλογές, σε εποχές που μετρούσαμε με το μολύβι μία μία τις ψήφους ολονύκτια, σε απροσμέτρητες ώρες εργασίας. Κι εγώ να προσπαθώ να ξεκλέψω ελάχιστο χρόνο για να διαβάσω, ή να γράψω το ελάχιστο. Ύστερα βέβαια ήρθαν καλύτερα χρόνια και είμαι ευγνώμων και γι’ αυτό.  Όσο για το πώς γράφω, να πω μόνο πως ένα από τα πιο αγαπημένα μου βιβλία, το «Σπίτι Μου Της Μικρασίας» αφιερωμένο στον πρόσφυγα πατέρα μου, το είχα γράψει, ένα μεγάλο μέρος του, ταξιδεύοντας με το τρένο. 
Πιστεύετε ότι ο συγγραφέας πρέπει να έχει κάποιο επιστημονικό υπόβαθρο για να τιμήσει αυτή του την ιδιότητα, ή αρκεί να διαθέτει το συγγραφικό ταλέντο και να έχει την κατάλληλη έμπνευση; Η συγγραφική ιδιότητα είναι έμφυτη ή επίκτητη κατά τη γνώμη σας;

Εξαρτάται τι θέλει να γράψει κανείς. Μια νουβέλα μπορείς να τη γράψεις σε δυο Σαββατοκύριακα – και χωρίς κανένα «υπόβαθρο». Όμως υπάρχουν βιβλία, μυθιστορήματα αξιώσεων εν προκειμένω, που απαιτούν  άπειρες γνώσεις επίμοχθες, έρευνα χρόνων, διασταύρωση στοιχείων για τη γνησιότητα, μια απέραντη εμπειρική, πια, αλλά και γνωσιακή έρευνα πάνω στο θέμα, όπως για παράδειγμα γίνεται σε ιστορικά μυθιστορήματα. Αν και, προσωπικά, πιστεύω πως όλα τα μυθιστορήματα που γράφουμε, δηλαδή και αυτά της υπαρξιακής αγωνίας ή αυτά με τον σύγχρονο κοινωνικό προβληματισμό, δεν παύουν να είναι και ιστορικά, αφού είμαστε κομμάτι του παγκόσμιου δράματος της Ιστορίας και βιώνουμε στην καθημερινότητά μας  αυτά τα συνταρακτικά γεγονότα που παίζονται στην παγκόσμια σκηνή και για μας – και, τις περισσότερες φορές, χωρίς εμάς, και που όμως καθορίζουν τη ζωή μας.
Όμως, και σε άλλα μυθιστορήματα, πολλές φορές είναι απαραίτητη η επιστημονική γνώση. Μου έτυχε να διαβάζω έναν ολόκληρο χειμώνα σύγχρονες απόψεις της φυσικής, όταν έγραφα την «Έκτη Σφραγίδα», ή το «Με Τη Λάμπα Θυέλλης». Ή όταν έγραφα τον «Άγγελο της Στάχτης», ένα χρόνο διάβαζα κείμενα για το «Ταξίδι Της Ψυχής Στον Άδη», παραδόσεις και δημοτικό τραγούδι, Όμηρο, την Ραψωδία της Νέκυιας, Παλατινή Ανθολογία, Ορφικά και άπειρα άλλα.
Και, όχι, δεν φτάνει το «θείο» δώρο, το τάλαντο. Θα ήταν αφελής να το πιστεύει κανείς αυτό. Η συγγραφή είναι μια επίπονη άσκηση, μια εσωτερική κατάκτηση, μια βαθιά εμπειρική γνώση, προσωπική σου πια, που όμως θα πρέπει να έχει αφομοιώσει μέσα της όλες τις άπειρες γνώσεις και εμπειρίες από επίπονη δουλειά, από μελέτη, από παρατήρηση.

Η συγγραφέας Μαρία Λαμπαδαρίδου – Πόθου είναι και αναγνώστρια; Ποιά λογοτεχνικά είδη επιλέγετε ως αναγνώσματα συνήθως και ποιες οι επιρροές που δεχτήκατε;

 Ήδη έχω γράψει δύο βιβλία, το ένα πάνω στη έργο του Σάμιουελ Μπέκετ, που βαθιά επηρέασε τη σκέψη μου και τη ζωή μου, και το βιβλίο που έγραψα «Samuel Beckett – Η εμπειρία της υπαρξιακής οδύνης» είναι από τα λίγα κείμενά μου που με κάνουν να αισθάνομαι ευγνώμων γιατί μπόρεσα και το έγραψα. Και τώρα ελπίζω πως θα επανεκδοθεί, γιατί και πολλοί το ζητούν – ήταν ένα ιδιαίτερο κείμενο.

 Από όσο ξέρω, είχατε προσωπική γνωριμία με τον Σάμιουελ Μπέκετ… Θέλετε να μας μιλήσετε;
 Είχα αυτή την τύχη να τον γνωρίσω από κοντά. Ξεκίνησα σαν μεταφράστρια του έργου του «Oh Les Beaux Jours», που το είχα δει στο Παρισινό Odéon και από εκεί ξεκίνησε μια αλληλογραφία. Ύστερα ο Μπέκετ διάβασε θεατρικά μου έργα και ζήτησε να με γνωρίσει. Είναι από τις πιο σημαντικές στιγμές της ζωής μου εκείνη η συνάντηση. Ένα πρόσωπο ασκητικό, σαν το έργο του. Ένα βλέμμα που σήκωνε θαρρείς όλον τον πόνο και το αδιέξοδο της ανθρώπινης μοίρας. Κάποια πράγματα γίνονται έτσι σαν τυχαία στη ζωή μας, όμως μπορεί και να μην είναι τυχαία. 

 Άλλα βιβλία ή συγγραφείς που σας επηρέασαν;

Προτιμώ να πω: που αγάπησα. Το δεύτερο βιβλίο που έγραψα ήταν για την ποίηση του Ελύτη «Οδυσσέας Ελύτης – Ένα όραμα του κόσμου». Και το έγραψα με τη δική του βοήθεια. Είναι μεγάλη η ποίηση του Ελύτη. Κι εγώ προσπάθησα να βρω τα αρχαιοελληνικά κοιτάσματά της, την ποίηση των ψαλμών, την ιδιομορφία του υπερρεαλισμού. Θυμάμαι, πήγαινα κάθε Τρίτη στη Σκουφά και διαβάζαμε μαζί τα κεφάλαια που είχα γράψει. Του άρεσε ο τρόπος που έβλεπα τον οραματισμό της ποίησής του. Το βιβλίο επανακυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Παπαδήμα, όμως μάλλον έμεινε σε μια μοναξιά. Κι ας είπε ο ίδιος πως ήταν ένα βιβλίο που είδε σωστά την ποίησή του. Τα βιβλία, όπως και οι άνθρωποι, έχουν μια προσωπική τους μοίρα. 

Είναι πασιφανές ότι για τα ιστορικά, ιδίως, μυθιστορήματά σας  έχετε κάνει εκτεταμένη έρευνα για άντληση ιστορικών στοιχείων. Πόσος χρόνος χρειάστηκε για την συγκέντρωση όλων των απαιτούμενων πληροφοριών για τη συγγραφή του έπους σας «Πήραν Την Πόλη, Πήραν Την» και πόσο εύκολη ήταν η αναβίωση της εποχής και της ατμόσφαιρας εκείνης της περιόδου;
 Όταν μιλάμε για το «Πήραν την Πόλη, Πήραν Την» πραγματικά δεν έχει σημασία πόσα χρόνια χρειάστηκαν για να γραφτεί, αλλά πόσα χρόνια ετοιμαζόταν μέσα στην ψυχή και στο μυαλό. Πόσος απέραντος χρόνος χρειάστηκε για να αισθανθώ έτοιμη να μπω στον δρόμο των δακρύων και της αξημέρωτης νύχτας, στον δρόμο του αίματος και της θυσίας. Ήταν μια τρομακτικά επώδυνη γραφή. Όμως, όση ψυχική οδύνη και αν μου κόστισε, όση ψυχή, θα πω και γι’ αυτό πως αισθάνομαι ευγνώμων που μπόρεσα και το έγραψα. Που μπόρεσα και το τελείωσα. Γιατί, πολλές φορές έμεινα στο δρόμο και είπα δεν μπορώ άλλο – τόσο οδυνόμενη ήταν η γραφή.
Όσο για τα ιστορικά στοιχεία, χρόνια τα μάζευα από χρονογραφίες και ιστορικά τεκμήρια, από παραδόσεις που έγιναν θρύλος, από ιερά κειμήλια που διασώθηκαν, από παλιές προφητείες. Όμως πέρα από τα στοιχεία αυτά, εκείνο που είχα ανάγκη, όσο έγραφα το μυθιστόρημα, ήταν να κάθομαι με τις ώρες μέσα στην Αγιά-Σοφιά, σε μια γωνιά της, χωρίς να μιλώ και χωρίς να επικοινωνώ με το σήμερα, να δέχομαι μόνο της αντηχήσεις από τα γεγονότα εκείνα, από την κραυγή…

 Έχετε γράψει και το «Ξύλινο Τείχος» ένα επίσης μεγάλο ιστορικό μυθιστόρημα που φέρνει στις μέρες μας τον αρχαίο κόσμο, την αντίληψη ζωής, τους αγώνες… Πείτε μας λίγα λόγια για αυτό.
Αυτό ήταν πιο δύσκολο από την άποψη συλλογής των ιστορικών στοιχείων, αλλά δεν είχε την ίδια συναισθηματική φόρτιση, όπως το «Πήραν Την Πόλη, Πήραν Την». Για να δώσω το μυθιστόρημα αυτό έπρεπε να διαβάσω όλη τη φιλοσοφία ζωής του αρχαίου κόσμου, την αντίληψη που είχαν για τους θεούς τους, για τη μοίρα, για την κοινωνική δικαιοσύνη, για τη Νέκυια. Έπρεπε να βρω τη διάλεκτο της καθημερινής τους ζωής, μια έρευνα απίστευτα επίπονη. Για παράδειγμα, έπρεπε να πω «μια κοτύλη νερό» (και όχι ένα ποτήρι) ή να πω: τόσα «στάδια» δρόμος (αφού δεν υπήρχε ακόμα το μέτρο ως μονάδα μέτρησης) ή έπρεπε να μετρώ το χρόνο με τις Ολυμπιάδες. Και άπειρα άλλα. Έπρεπε να βρω τα στοιχεία που έπλασαν τον Σπαρτιάτη με αυτά τα ιδανικά και μεγαλούργησε – και τα στοιχεία που έπλασαν τον Αθηναίο με τα εντελώς αντίθετα ιδανικά και πάλι μεγαλούργησε.
Όμως, χαίρομαι που το έγραψα. Ήθελα τα νέα παιδιά, όποτε μπορέσουν και το διαβάσουν, να βρουν σε αυτό τις αλήθειες για τον αρχαίο κόσμο, τα αληθινά μεγέθη των ανθρώπων εκείνων που αγάπησαν τον ίδιο τόπο με εμάς και την ίδια έννοια της ελευθερίας.

 Είναι γνωστό πως η ιδιαίτερη πατρίδα σας είναι η Λήμνος. Κατά πόσο έχει επηρεάσει το συγγραφικό σας έργο αυτό, ποια  βιβλία σας είναι «εμποτισμένα» και εμπνευσμένα από την ιστορία της, τους μύθους και τους θρύλους της; 

Η Λήμνος υπάρχει σε όλα τα βιβλία μου, είτε γράφω γι’ αυτήν είτε όχι. Υπάρχει σαν τοπίο και σαν ορφικό τραγούδι. Τα πιο δυνατά μου κείμενα τα έχω γράψει εκεί τα καλοκαίρια που πηγαίνω. Υπάρχει μια αντήχηση από το πέρασμα του μεγάλου πολιτισμού της που μπορεί να την αισθανθεί κανείς, μια περίεργη σύγκλιση του χρόνου, μια μεταφυσική αύρα. Όλα αυτά δημιουργούν μια ποιητική του χώρου και μου αρέσει να την αναζητώ με τη διαίσθηση όταν πηγαίνω. Ίσως, είναι μαζί και η αντήχηση από τις αναμνήσεις της  παιδικής, της νεανικής ηλικίας, αλλά και μια βαθιά αγάπη,  η αγάπη που νιώθει ο κάθε άνθρωπος για τον ιδιαίτερο τόπο του, όπου έχει ζήσει την πρώτη του μοναξιά και τα πρώτα του όνειρα. 

Εσείς, που έχετε αγαπήσει την «Υψιπύλη» μου, μπορείτε να το δείτε αυτό. Πουθενά αλλού δεν θα μπορούσα να γράψω αυτές τις σελίδες πάνω σε ένα μύθο τόσο ανελέητο – και που για μένα δεν ήταν μύθος αλλά μια μακρινή, στα χρόνια της μητριαρχίας, πραγματικότητα .  Και βέβαια έχω γράψει κι άλλα βιβλία για τη Λήμνο, τη «Μαρούλα της Λήμνου», τη «Δοξανιώ», βιβλία που αγαπήθηκαν από χιλιάδες ελληνόπουλα και γίνονται κάθε χρόνο πανέμορφες εργασίες στα σχολεία.

  Στο προτελευταίο σας βιβλίο, το «Η Δίψα Με Καίει Εμένα Και Χάνομαι» εξιστορείτε μια σύγχρονη ερωτική ιστορία και, ταυτόχρονα, παρουσιάζετε  την εικόνα της επίκαιρης, γεμάτης αδιέξοδα,  τραυματισμένης Ελλάδας. Ποια είναι τα μηνύματα που θέλατε να περάσετε στους αναγνώστες;
 Τα μηνύματα που δίνεις τα βρίσκει ο ίδιος ο αναγνώστης, αυτά που θα δει και αυτά που δεν θα δει, αυτά που θα αγγίξουν τη δική του ψυχή. Εκείνο που εγώ ήθελα να δώσω με το μυθιστόρημα ήταν, ακριβώς, η τραυματισμένη εικόνα μιας καθημερινότητας λαβωμένης, το ερειπωμένο παρόν, όπως το είπα, η λέξη «καταρρέω» και η λέξη «συντρίβομαι», η βίωση αυτής της συντριβής, με δυο λόγια, η ταπείνωση της ζωής μας. Κι από την άλλη, η αγωνία της ηρωίδας μου να βρει μιαν άλλη αλήθεια, μιαν άλλη δικαιοσύνη. Ποτέ σε ένα μυθιστόρημα δεν δίνεις έτοιμους δρόμους να περπατήσει ο άλλος. Μιλάς για κάποια πράγματα που θα μπορούσαν να ανοίξουν «δρόμο» στην ψυχή, αυτό μόνο.   

Υπάρχουν ορισμένα από τα παλαιότερα βιβλία σας, όπως «Ο Άγγελος Της Στάχτης», ή «Ο Νικηφόρος Φωκάς», από την «Τριλογία Της Λήμνου», «Ο Ιερός Ποταμός» τα οποία έχουν εξαντληθεί και τα οποία αναζητούν οι αναγνώστες σας διακαώς. Υπάρχει κάποια προοπτική επανακυκλοφόρησής τους;
Το ελπίζω. Δύσκολοι οι καιροί και για τα βιβλία. Και η κατάργηση της ενιαίας τιμής δεν μας βοηθάει. Ήδη σας είπα, λίγο πριν, πως ενδεχομένως θα επανακυκλοφορήσει τώρα το βιβλίο μου «Samuel Beckett – Η εμπειρία της υπαρξιακής οδύνης». Γράφω ένα κεφάλαιο ακόμα για την μετά τον θάνατό του προσέγγισή μου στο έργο του, σε συνδυασμό και με την αλληλογραφία που είχαμε. 

 Εσείς, ως συγγραφέας με ένα τεράστιο έργο, ποια συμβουλή θα δίνατε στους νέους επίδοξους συγγραφείς, που ονειρεύονται να δουν τα γραπτά τους στις προθήκες των βιβλιοπωλείων;
Ε, είναι μεγάλη συγκίνηση να δεις το βιβλίο σου, δηλαδή αυτό που γεννήθηκε από το δικό σου μυαλό,  στην προθήκη του βιβλιοπωλείου και να είσαι νέος. Τους εύχομαι να ζήσουν όλες τις χαρές της πνευματικής δημιουργίας.  Η συγγραφή προϋποθέτει απέραντο μόχθο και απάρνηση. Γιατί, αυτό που λέμε «ταλέντο» είναι δουλειά στο μεγαλύτερο μέρος του – το είπαμε ήδη.   Και, το πιο σημαντικό, πρέπει να θυμούνται ότι, σε όποιο σημείο της επιτυχίας και αν φτάσουν, τίποτα δεν είναι δικό τους. Είναι μια δωρεά που τους δόθηκε και που την τίμησαν.

Κλείνοντας, και αφού σας ευχαριστήσω για την εξαιρετική τιμή που μου κάνατε, πείτε μας    ποιό θα είναι το επόμενο βιβλίο σας, τι να περιμένουμε από εσάς;
Ό,τι φέρει ο χρόνος. Αν φέρει. Να είστε καλά.

Αναρτήθηκε Σεπτέμβριο 2014